Εμφάνιση νεότερων 5 από 7 αναρτήσεις από Σεπτέμβριος 2009. Εμφάνιση παλαιότερων αναρτήσεων
Εμφάνιση νεότερων 5 από 7 αναρτήσεις από Σεπτέμβριος 2009. Εμφάνιση παλαιότερων αναρτήσεων

Τρίτη, 29 Σεπτεμβρίου 2009

Προς ενισταμένους επιστολή



2η ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΕΝΙΣΤΑΜΕΝΟΥΣ 
 .
.
 
 Αθήνα  8/21-9-2009

Θεοφιλέστατε ευλογείτε,

ελάβαμε την από 31/07/09 (εκ.η.) επιστολή σας στην οποία συμπεριλαμβάνονται έξι σημεία εκ των οποίων μόνο το (δ) αποτελεί την ουσία της επιστολής, δηλαδή ότι «δεν κρίνεται σκόπιμον να δωθούν απαντήσεις και μάλιστα επίσημες» στα ερωτήματα της πρώτης επιστολής μας. Επικαλείσθε δε, για να μην απαντήσετε, «τρείς σοβαρούς λόγους».


1ος Λόγος: Ότι έχουν δoθεί τεκμηριωμένες απαντήσεις κατά τη διάρκεια του διαλόγου Ενισταμένων-Εκκλησίας Γ.Ο.Χ. Ελλάδος.

Πώς είναι δυνατόν να γνωρίζει ο «ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΣ» τις προφορικές απαντήσεις που υποτίθεται έχουν δοθεί στα ερωτήματά μας, κατά την διάρκεια ενός διαλόγου ο οποίος διεξήχθη σε κλειστές συσκέψεις στις οποίες δεν συμμετείχαμε, και για τις οποίες δεν ανακοινώθηκε τίποτα επισήμως. Συνεπώς που λοιπόν θα βρούμε τις απαντήσεις στα ερωτήματά μας; (Σημείο δ1)


2ος Λόγος: Ότι έχουν απαντηθεί τα ερωτήματά μας από τα δημοσιευμένα στην ιστοσελίδα σας κείμενα.

Από τη στιγμή που η Εκκλησιολογία σας είναι υπό διαμόρφωση[1] και χρειάζεται μάλιστα εμβάθυνση, όπως στην απάντησή σας διατείνεσθε, έχετε την πεποίθηση ότι τα κείμενά σας έχουν τέτοια δογματική ακρίβεια, σαφήνεια θεολογικού λόγου και επάρκεια πατερικής τεκμηριώσεως, ώστε να θεωρείτε ότι δεν χρειάζονται περαιτέρω διευκρινίσεις σε διαπιστωμένες ασάφειες-δογματικές ανεπάρκειες; Και για του λόγου το αληθές, ιδού μεταξύ άλλων τρία αναπάντητα ερωτήματα για τα οποία δεν έχει διατυπωθεί  ξεκάθαρη θέση:
       
α) Ποιά ήταν η κατεγνωσμένη αίρεση, που απαίτησε την επίκληση του 15ου κανόνος της Πρωτοδευτέρας και καθιστούσε την αποτείχιση του Επισκόπου Κυπριανού από την προϊσταμένη του αρχή και τη δημιουργία της κοινότητος των «ενισταμένων» δια νέων χειροτονιών, ως «πράξη επιβεβλημένη» (στ.2); Σε ποιο κείμενό σας απαντάτε σε αυτό το κρίσιμο ερώτημα;
β) Ποιοί θα συγκαλέσουν αυτή τη μέλλουσα Πανορθόδοξο Σύνοδο; Αναφέρεστε στους υποδίκους, κατά τους ιερούς κανόνες, οικουμενιστές πατριάρχες, αρχιεπισκόπους και επισκόπους των βυθισμένων στην παναίρεση του οικουμενισμού πάλαι ποτέ ορθοδόξων πατριαρχείων ή στα «προσωρινά διοικητικά σχήματα υπό μορφήν Συνόδων»; Γι αυτό το ερώτημα που ευρίσκεται η απάντηση;

        γ) Εφ’ όσον «οι επίσκοποι ενσαρκώνουν και εκφράζουν εν τόπω και χρόνω την Καθολικήν, δηλαδή όλην την Εκκλησίαν» όπως υποστηρίζετε, τί τους στερεί το δικαίωμα να καταδικάζουν την αίρεση και να προφυλάσσουν έτσι το ποίμνιο από τους βαρείς και λοιμώδεις λύκους, τους αιρετικούς; Δεν είναι διάδοχοι του «χορού των Αποστόλων» (στ.10) οι Γνήσιοι Ορθόδοξοι Επίσκοποι; Κι αν οι Γνήσιοι Ορθόδοξοι Επίσκοποι δεν είναι διάδοχοι των Αγίων Αποστόλων, τότε ποιοί είναι; Πότε και σε ποιό κείμενό σας απαντάτε σ’αυτό; Στο σημείο αυτό έχετε δώσει την εντύπωση ότι αμφισβητείτε την αποστολική διαδοχή της Εκκλησίας Γ.Ο.Χ. Ελλάδος. Θεωρούμε ότι έχετε την ηθική υποχρέωση να ξεκαθαρίσετε τη θέση σας.


3ος Λόγος: Ότι τα ερωτήματά μας κινούνται εντός ενός κλίματος σχολαστικισμού και κειμενοκεντρισμού.

Προβήκαμε σε μία έκθεση ερωτημάτων βασισμένων σε δική σας ανακοίνωση και εξ αφορμής αυτής και ακροθιγώς στην προβληματική και άλλων κειμένων σας. Και αυτό γιατί, όπως και εσείς παραδέχεσθε, μεταχειρίζεσθε πλειστάκις αμφίσημες, διφορούμενες δηλαδή  διατυπώσεις, οι οποίες συνεπώς εγείρουν έντονο προβληματισμό και αμφισβήτηση.[2] Μάλιστα ισχυρίζεσθε ότι η Ιερά Παράδοση «..εγνώριζεν ανέκαθεν ακόμη και τας αμφισήμους διατυπώσεις να εκκλησιοποιεί προ του μείζονος αγαθού της Ενότητας..» (!). Μείζον αγαθόν η ενότητα ή η δογματική ακρίβεια; Πότε οι Πατέρες ανέχθηκαν τις συνήθως αμφίσημες διατυπώσεις των αιρετικών; Επιτρέπονται νεολογισμοί νομικίστικου πνεύματος καθώς και αμφίσημες, διφορούμενες, ασαφείς και θολές διατυπώσεις σε δογματικά θέματα;[3] Πώς χαρακτηριζόμαστε «σχολαστικοί και κειμενοκεντρικοί» όταν οφείλουμε άπαντες σε θεολογικά-δογματικά κείμενα να είμαστε ακριβείς μέχρι κεραίας;

Περί της διακοπής του διαλόγου

Διατείνεστε επιμόνως ότι ο Διάλογος «έληξεν αποτόμως και απροόπτως» χωρίς αυτό να είναι θέληση της Επιτροπής σας, αφήνοντας να εννοηθεί ότι ήταν επιθυμία της Επιτροπής της Εκκλησίας των Γ.Ο.Χ. κάτι που δεν τεκμηριώνεται από τα δημοσιευθέντα κείμενα του Διαλόγου. Αντιθέτως αυτό που αβίαστα συμπεραίνει ο αντικειμενικός αναγνώστης τους είναι ότι ο «Ανεπίσημος Διάλογος» έληξε αφού δεν διαπιστώθηκε «ταυτότης πίστεως» και αφού δεν είχε εκδηλωθεί προηγούμενη επιθυμία σας για τη συνέχισή του με πιο επίσημη μορφή.

Ζητήσατε εκ των υστέρων «Επίσημο Διάλογο» προς «πληρέστερη εμβάθυνσιν της εκκλησιολογικής αυτοσυνειδησίας αμφοτέρων των μερών»(!)[4] όταν εκ των προτέρων:

  α) έχετε ζητήσει «γενναιόψυχον υπέρβασιν» των διαφορών και του «βεβαρυμένου θεματολογίου»  περιμένοντας κανείς να αντιπροτείνετε εσείς τα θέματα  που θα θέλατε να τεθούν προς συζήτηση και

  β) από την άλλη δεν θεωρείτε τα δέκα σημεία της Εκκλησίας μας πρωτευούσης σημασίας και άρα μη «αναγκαίες προϋποθέσεις ευχαριστιακής κοινωνίας» (Β.3.), περιμένοντας συνεπώς κανείς να προβείτε στην αποδοχή τους προς χάριν της ενότητος.

Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν επράξατε, παρά μόνο εζητήθη παύση των θεολογικών συζητήσεων και ένωση – συγκόλληση[5] με την Εκκλησία Γ.Ο.Χ. Ελλάδος υφισταμένων των εκκλησιολογικών διαφορών. Ενότητα δηλαδή χωρίς την εξασφάλιση της κοινής πίστεως.[6] Και ύστερα απ’ όλα αυτά πως είναι δυνατόν να ισχυρίζεσθε ότι τα κείμενα και οι ενέργειες σας «δεν απέβλεπαν εις το αδιέξοδον και την διακοπήν των διαβουλεύσεων»;

Αν εξ αρχής είχε εκδηλωθεί (και όχι μετά την διακοπή) η επιθυμία σας για «Επίσημο Διάλογο» και περαιτέρω συζήτηση των εκκλησιολογικών διαφορών, τότε έχουμε την πεποίθηση ότι θα δινόταν συνέχεια στην θεάρεστη αυτή ενωτική κίνηση σας, που θα οδηγούσε στην άρση της καθαιρέσεως του βαρέως νοσούντος γέροντός σας [7]  και την θεραπεία του σχίσματος.


Περί της Εγκυκλίου του 1995

Έχετε επισήμως παραδεχθεί στην Ανακοίνωση σας, ότι τελείτε εν ενστάσει και αποτειχίσει όχι μόνο από τους «ακρίτους αιρετικούς», δηλαδή την οικουμενιστική κρατούσα Εκκλησία του Ν.Η. την οποία δεν αναγνωρίζετε πλέον ως «Μητέρα Εκκλησία» (στ.4), αλλά και ταυτόχρονα από την Εκκλησία Γ.Ο.Χ. Ελλάδος από το 1984 (στ.2) προσδιορίζοντας ακόμη και το έτος 1985 ως ημερομηνία εμφανίσεως των «ενισταμένων».

Από την στιγμή που παραδέχεσθε ότι είστε διηρημένοι από την Εκκλησία μας (αυτό που στην εκκλησιαστική γλώσσα ονομάζεται σχίσμα, κι όχι διάσταση ή διαίρεση) πώς απορείτε που η Εγκύκλιος 2/19-9-1995 σας θέτει εκτός Εκκλησίας; Επιπλέον, πώς αποτελεί τώρα η εν λόγω Εγκύκλιος εμπόδιο στην απάντηση των ερωτημάτων μας και όχι τότε στη διεξαγωγή του διαλόγου σας με την Εκκλησία των Γνησίων Ορθοδόξων;

Θεωρούμε πως η Εκκλησία Γ.Ο.Χ. Ελλάδος έχει κάθε δικαίωμα να μεριμνά δια τα τέκνα της και να τα αποτρέπει όταν χρειάζεται για ποιμαντικούς λόγους από κείμενα που εμπεριέχουν, σύμφωνα με τον συγγραφέα τους, αμφίσημες και ασαφείς διατυπώσεις που μπορούν έτσι να οδηγήσουν ακόμα και σε πλάνη.


Περί της αρνήσεως απαντήσεως στα καίρια ερωτήματά μας


Παρατηρείται συχνά στα κείμενα των Ενισταμένων, ακόμη και στα δογματικά – εκκλησιολογικά, η ύπαρξη δύο γραμμών, μιας «επίσημης» (συνοδικής) και μιας «ανεπίσημης», οι οποίες μάλιστα έρχονται πολλές φορές σε αντίθεση μεταξύ τους.[8] Τον ίδιο χαρακτηρισμό χρησιμοποιήσατε και στον Διάλογο.[9] Αυτόν τον χαρακτηρισμό επικαλείσθε και τώρα για να μη δώσετε, καθώς λέτε, «επίσημες απαντήσεις». Είναι υποτιμητικό για σας να εισέλθετε στην διαδικασία απαντήσεως σε απλούς πιστούς που διαβάζουν τα κείμενά σας και ευλόγως σας ζητούν να διασαφήσετε τη θέση σας;


Παρ’ αυτά, δεν ζητήσαμε «διάλογο σε άλλο επίπεδο» παρά μόνο διευκρινήσεις [10] για ασαφείς και αμφίσημες διατυπώσεις σοβαρών θεολογικών ζητημάτων που υπάρχουν στο δικό σας κείμενο και που για πρώτη φορά διατυπώνετε. Θεωρούμε πως έχετε την ηθική υποχρέωση να δώσετε απαντήσεις και να διασαφήσετε τη θέση σας.


Μετά του προσήκοντος σεβασμού,

«Ο Εκκλησιαστικός»




Κοιν.: Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας Γ.Ο.Χ. Ελλάδος
.
.
. 
[1] Eπίκειται λέτε νέα έκδοση επαυξημένη

[2] Και συνεπώς χρειάζεται να δοθούν διευκρινήσεις και να επαναδιατυπωθούν ακριβέστερα θεολογικά.

[3] Scripta Manent, Verba Volant.  Εν τη ρύμη του λόγου, είναι φυσικό και μέχρι ενός σημείου αποδεκτό να μην διατυπώνονται με ακρίβεια οι σκέψεις. Στο γραπτό όμως λόγο υπάρχει η ευχέρεια και η δυνατότητα του ελέγχου και της ακρίβειας των λόγων μας ώστε να αποκλείεται το ενδεχόμενο παρερμηνείας.

[4] Η Εκκλησία Γ.Ο.Χ. Ελλάδος είναι συνεπής στην πίστη της, έχει ξεκάθαρη εκκλησιολογική αυτοσυνειδησία και δεν έχει ανάγκη περαιτέρω εμβάθυνσης.

[5] Ένωση-συγκόλληση με την Εκκλησία ή με μια κοινότητα-προσωρινό διοικητικό σχήμα υπό μορφήν συνόδου..;
[6]  Άραγε αυτό δεν πιστεύουν και οι οικουμενιστές;

[7]   Για τον οποίον εκφράζουμε την συμπάθειά μας και την ευχή ο Θεός να τον απαλλάξει από αυτήν την δυσάρεστη κατάσταση.

[8] Βλέπε η μη υιοθέτηση από τα «επίσημα κείμενα,» του «ανεπίσημα» διατυπωμένου όρου «Μητέρα Εκκλησία» καθώς και η απόσυρση «προβληματικών» ανεπίσημων κειμένων από την ιστοσελίδα.

[9] Διευρύνοντας έτσι τα περιθώρια για διφορούμενες ερμηνείες των λεχθέντων και γενομένων στις συνεδριάσεις

[10] «Επίσημες» ή «ανεπίσημες» μας είναι αδιάφορο.
.
.
.
.
.

Παρασκευή, 25 Σεπτεμβρίου 2009

Απάντηση Ενισταμένων

.
.
Ελάβαμε την ακόλουθη επιστολή από τον Θεοφ. κ. Κυπριανό, αναπληρωτή Πρόεδρο των Ενισταμένων, στην οποία και δεν απαντάται κανένα από τα ερωτήματα που έθεσε "Ο Εκκλησιαστικός" στην ΠΡΩΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ που είχε στείλει προς τους Ενισταμένους.
.
(κλίκ στην εικόνα για μεγέθυνση)


.
"Ο Εκκλησιαστικός" έχει στείλει ήδη μία δεύτερη επιστολή η οποία είναι  διαθέσιμη στο αναγνωστικό κοινό.
.
.
.

Σάββατο, 19 Σεπτεμβρίου 2009

Άγιες μορφές του ιερού αγώνα

ΙΕΡΕΥΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΦΛΩΡΟΣ (ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗΣ) (1860-1953)




Ο ΑΞΙΟΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΣ ΤΟΥ ΥΨΙΣΤΟΥ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΕΚΕΙΝΗΣ ΝΥΚΤΑΣ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΕΜΦΑΝΙΣΕΩΣ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ



              «Τον αγώνα τον καλόν ηγώνισμαι, τον δρόμον τετέλεκα, την πίστιν τετήρηκα λοιπόν απόκειταί μοι ο της δικαιοσύνης στέφανος, ον αποδώσει μοι Κυριος εν εκείνη τη ημέρα, ο δίκαιος κριτής» (Β´ Τιμόθ. δ´ 7-8).


              Εγεννήθη εις το χωρίον Πεντιά (Τρίκορφον) της Μεσσηνίας το έτος 1860 από ευσεβή οικογένεια.


              Το 1893 νυμφεύεται το δε αμέσως επόμενον έτος χειροτονείται διάκονος και εν συνεχεία πρεσβύτερος υπό του επισκόπου Μεσσηνίας, οπότε και αναλαμβάνει να εξυπηρετήση ως εφημέριος τον Ναο του Αγίου Νικολάου του χωρίου του.


              Μετά από ήσυχον έγγαμον βίον 15 ετών, η πρεσβυτέρα του Αγγελικῆ εκοιμήθη εν Κυρίω εγκαταλείποντας στον Παπα-Γιάννη και την μητρική στοργη και προστασία τριών κοριτσιών και δύο αγοριών, εκ των οποίων το πρώτο (κορίτσι) ήτο 14 ετών και το τελευταίο ήτο έξι μηνών (αγόρι).


              Εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς το βαρύ φορτίο των καθηκόντων του Παπα-Γιάννη τώρα.


              Οταν το 1920 τα παιδιά του πρέπει να έλθουν δια σπουδές στην Αθήνα, τα ακολουθεί με αποτέλεσμα να μείνη χωρίς ενορία. Πολλές φορές προσφεύγει στην αρχιεπισκοπήν Αθηνῶν δια να του δοθεί μία θέσις να ιερουργεί ώστε να κερδίζει τα προς το ζην. Η παράκλησίς του όμως δεν εισακούεται.


              Περνά έξι μήνες μεγάλων στερήσεων. Παντοτε όμως ελπίζει εις την βοήθειαν του Μεγάλου Θεού που τόσα χρόνια υπηρετεί.


              Καποια ημέρα ένας μοναχός ονόματι Μοδεστος τον καλεί να του λειτουργήσει εις το εκκλησάκι που βρισκόταν στην Αίγινα.


              Και τότε αποδεικνύεται στον παπα-Γιάννη ότι η Χαρις του Θεού δεν εγκαταλείπει ποτέ τούς Λειτουργούς Του, που πιστά και με ευλάβεια Τον υπηρετούν, διότι το βράδυ εκείνο πριν να λειτουργήσει τον επισκέπτεται στον ύπνον του η Παναγία που τον παρηγορεί και του δείχνει το γραφικό τότε εκκλησάκι του Αγίου Ελευθερίου στα κάτω Πατήσια, το οποίον μέλλει να γίνη ενορία του δι' ολίγα, όμως, χρόνια. Με άλλην δύναμιν ξυπνά το πρωϊ και τελεί την θείαν Λειτουργίαν έχοντας απόλυτη πίστιν εις την προστασίαν και βοήθειαν της Παναγίας.


              Και ιδού το θείον θέλημα. Οταν επιστρέφει στο σπίτι του στην Αθήνα ευρίσκει ένα σημείωμα από τούς ιδιοκτήτες του ναού του Αγίου Ελευθερίου που τον καλούν να εξυπηρετήσει μόνιμα το μικρό τους εκκλησάκι. Οσα χρόνια παραμένει λειτουργός εκεί συγκεντρώνει πιστούς από όλα τα σημεία των Αθηνῶν που τρέχουν να βρουν πνευματική παρηγοριά στον άκακο παπα-Γιάννη.


              Στον Αγιον Ελευθέριον ευρίσκεται ο παπα-Γιάννης όταν το 1924 εισάγεται το νέον ημερολόγιον και εκεί δίνει την ομολογίαν Πιστεως εις την αγιασμένην πατερικήν πείρα τόσων αιώνων λέγων πρώτος το ΟΧΙ στούς καινοτόμους και στρατευθείς από τούς πρώτους στον δύσκολον αλλά υπέροχον ιερόν αγώνα υπέρ των Πατρώων Παραδόσεων.


              Η στάσις αυτή του παπά-Γιάννη, ως ήτο φυσικό, τον φέρνει αντιμέτωπον με την Αρχιεπισκοπήν, η οποία και τον εκδιώκει από τον Αγιον Ελευθέριον.


              Νεες περιπλανήσεις αρχίζουν δια τον παπα-Γιάννη. Από εδώ και στο εξής κάθε εξωκκλήσι της Αττικῆς ευρίσκει τον Λειτουργόν του στο πρόσωπον του Γεροντα. Ιδιαίτερα τον ευχαριστεί να λειτουργεί εις τον Αγιον Ιωάννην τον Θεολόγον στον Υμηττόν και στην Ομορφοκκλησιάν (του Βεΐκου) στο Γαλάτσι, που αποτελούν και τα πρώτα καταφύγια που υποδέχονται τούς Παλαιοημερολογίτες τα πρώτα έτη του ιερού αγώνος.


              Θαρραλέος στις διώξεις και καρτερικός στις κακοπάθειες εμψυχώνει πάντοτε τούς αγωνιστάς.


              Ο Θεός επευλογεί τις θυσίες και τούς αγώνες του και δια τούτο στον παπα-Γιάννη επιφυλάσσει την μεγίστην τιμήν να είναι ο Λειτουργός στον Αγιον Ιωάννην τον Θεολόγον εκείνη την ευλογημένη νύκτα της 14ης Σεπτεμβρίου του 1925, που εμφανίσθηκε ο Τιμιος Σταυρός.


              Με ιδιαίτερη ευχαρίστησιν, προθυμίαν και συγκίνησιν θα διηγείται αργότερα σε κάθε ευκαιρία το θαύμα που αξιώθηκε να ιδεί.


              Το 1934 οι Παλαιοημερολογίτες της Μπάλας τον καλούν να λειτουργήσει στον Τιμιον Πρόδρομον, εξωκκλήσι ευρισκόμενον έξω από την Μπάλα. Αδικα συγκεντρώνονται οι Χριστιανοί δια να λειτουργηθούν εκεί, διότι τελικά δεν θα τούς επιτραπεί να τελέσουν Μυστήριον.


              Ο παπα-Γιάννης συνηθισμένος στις απαγορεύσεις και στούς διωγμούς δεν πτοείται αλλά ούτε καν σκέπτεται να στερήσει τούς πιστούς της Θείας Λειτουργίας, που με τόση λαχτάρα συγκεντρώθηκαν να παρακολουθήσουν. Ακολουθούμενος πάντοτε από τούς πιστούς κατεβαίνει στο χωριό και τελεί το Μυστήριον στο ύπαιθρο, επάνω εις μία πέτρα. Η πέτρα αυτή αργότερα θα αποτελέσει τον θεμέλιον λίθον, στον οποίον θα ανεγερθεί ο υπάρχων και σήμερον Ιερός Ναός της Αγίας Τριάδος.









              Τακτικός στις ακολουθίες ο παπα-Γιάννης δεν παραλείπει ακόμη και στα βαθειά γεράματα την καθιερωμένη νυκτερινήν ακολουθίαν. Μονο μια νύκτα χιονισμένη παραβιάζει την τακτική του, σκεπτόμενος να διαβάσει λίγο αργότερα την ακολουθίαν του. Ο Θεός που δεν θέλει όμως να διακόψει τόσων χρόνων τακτική τον ειδοποιεί την κατάλληλη στιγμη. Εντρομος ο παπα-Γιάννης ακούει φωνή από την μικρή εικονίτσα του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου που φέρει πάντοτε μαζί του, να του λέγει «παπα-Γιάννη, όρθρου βαθέος» και ο αγαθός γέρων σηκώνεται αμέσως.


              Στον μεγάλον διωγμόν του 1951, παρά τα γηρατειά του, εργάζεται εξαντλητικά. Το σπίτι του στην Κηφισιά το έχει μεταβάλλει σε πνευματικό καταφύγιο όλων των διωκομένων Γ.Ο.Χ. που ζητούν να γίνονται τα μυστήριά των στα κρυφά αλλά Ορθόδοξα.


              Ενα κτύπημα από γλίστρημα τον καθηλώνει στο κρεβάτι έξι μήνες πριν να αποδημήσει εις Κυριον. Τοτε τον επισκέπτεται και ο επανελθών εκ της εξορίας του αείμνηστος Αρχιεπίσκοπος Γ.Ο.Χ. (πρ. Φλωρίνης) κυρός Χρυσόστομος.


              Την 15ην Δεκεμβρίου 1953, εορτήν του Αγίου Ελευθερίου, ο παπα-Γιάννης εκοιμήθη τον ύπνον του Δικαίου. Ετάφη εις την Ιεράν Μονήν της Αγίας Ειρήνης Χρυσοβαλάντου, όπου πολλές φορές είχε λειτουργήσει.


              Λογον εις μνήμην του εξεφώνησεν ο αείμνηστος Ευάγγελος Τομαράς, πλοίαρχος τότε του Βασιλικού Ναυτικού.


              Υπήρξε ένας αφανής και θαρραλέος αγωνιστής ο παπα-Γιάννης, του οποίου το όνομα θα παραμείνει εις την Ιστορίαν των αγώνων του Γ.Ο.Χ., συνδεδεμένον επί πλέον και με το θαύμα της εμφανίσεως του Τιμίου Σταυρού, διότι ο παπα-Γιάννης υπήρξε ο άξιος Λειτουργός στον Αγιον Ιωάννην τον Θεολόγον την νύκτα της εμφανίσεως του Τιμίου Σταυρού.


Το κείμενο αυτό βρίσκεται στις εκδόσεις των “Πατρίων” (Τομος Δ´ σελ. 110-114).


                                                           Ελήφθη από ΕΔΩ


Σάββατο, 12 Σεπτεμβρίου 2009

Περί Διαλόγου (β)






Διάλογος δια την αλήθειαν και την δικαιοσύνην
. Του Ζήση Τσιότρα, Θεολόγου-Παιδαγωγού
.  Μέρος δεύτερον
 .
Στο πρώτο μέρος του άρθρου μας παρουσιάσαμε περιληπτικά την πορεία του διαλόγου της Εκκλησίας Γ.Ο.Χ Ελλάδος μετά της Συνόδου των Ενισταμένων και προέβημεν σε κρίσεις και συμπεράσματα ακροθιγώς.  Επειδή η προσπάθεια καταλλαγής και ενότητος μεταξύ των Ορθοδόξων Χριστιανών, που μάχονται ηρωϊκώς  εναντίον της παναιρέσεως του Οικουμενισμού είναι έργο ευλογημένο και θείο, κάτω απ’ αυτό το πρίσμα και με καλοπροαίρετη διάθεση επανερχόμαστε στο ίδιο θέμα, με την ελπίδα να συμβάλουμε θετικώς στην υπόθεση.
Με την αρθρογραφία αυτή επιδιώκουμε την αλληλοκατανόηση και την καταλλαγή. Δεν είναι στους στόχους μας ούτε η πολεμική ούτε η άσκοπη έριδα. Το τονίζουμε αυτό ιδιαιτέρως, για να ξεκαθαρίσουμε από την αρχή τις προθέσεις μας. Μοναδικός μας σκοπός είναι να υπηρετήσουμε την Αλήθεια και την Δικαιοσύνη, τις θείες και αιώνιες αυτές αρχές. Στη συνέχεια δε επάνω σ’ αυτές να οικοδομηθεί η κοινωνία της ενότητος και της αγάπης των χωρισμένων αδελφών.
Ο διάλογος που προηγήθηκε μεταξύ της Εκκλησίας μας και της Ι. Συνόδου των Ενισταμένων μας παρακίνησε να εγκύψουμε με προσοχή στην εκκλησιολογική  τοποθέτηση τους. Η μελέτη των δημοσιευμένων στην ιστοσελίδα τους εκκλησιολογικών τους θέσεων, μαζί με τις εκατέρωθεν δημοσιεύσεις των αποτελεσμάτων του διαλόγου, μας έβαλε σε σκέψεις και περισυλλογή. Είδαμε δε ότι οι τοποθετήσεις των Αγιοκυπριανιτών πατέρων διακρίνονται από αμφισημία. Τα κείμενά τους μπορούν να εννοηθούν και έτσι κι αλλιώς. Οι τοποθετήσεις τους είναι και ναι και όχι.
Επειδή θέλουμε να πιστεύουμε ότι κάνουν έναν έντιμο αγώνα κατά του Οικουμενισμού και επειδή η ενότητα των Ορθοδόξων είναι ανάγκη, θα πρέπει οι αγαπητοί Ενιστάμενοι να  διασαφήσουν τις εκκλησιολογικές τους θέσεις με έναν λόγο ευθύ, ξεκάθαρο και ίσιο, άνευ υποκρίσεως όπως παραγγέλλει ο Κύριος: «ήτω δε υμών το ναι ναι, και το ου ου, ίνα μη εις υπόκρισιν πέσητε(Ιακώβου Ε’ 12). Θα θέλαμε, δηλαδή, να κατανοήσουμε πλήρως τις θέσεις τους και να δούμε αν ταυτιζόμαστε στην Αλήθεια και την Ορθοδοξία. Αυτή η ταύτιση πάνω στην αλήθεια είναι ο αρραγής και ακλόνητος λίθος, επάνω στον οποίο μπορούμε να οικοδομήσουμε την ενότητά μας.
Η έως τώρα πάγια τακτική των αγαπητών Ενισταμένων είναι να αποφεύγουν τους δημοσίους διαλόγους, υποψιάζομαι πως και τους κατ’ ιδίαν γραπτούς, για να μη βρεθούν στη δίνη αντιπαραθέσεων, ερίδων και σχισμάτων. Αυτό ως ένα βαθμό το κατανοούμε και το δικαιολογούμε. Πλην όμως δεν πρέπει η αδιάκριτη εφαρμογή αυτής της τακτικής να αποτελέσει πρόσκομμα στο να παρρησιάζεται η αλήθεια και να διαλέγεται, διαφορετικά ο καθένας αυτοπροσδιορίζεται, περιχαρακώνεται και πορεύεται μια οδό πονηρή, ιδιόρρυθμη και σφαλερή.  Δεν είναι τυχαίο ότι την ίδια τακτική ακολουθούν και οι παμπόνηροι, όπως ο πάτρωνάς τους, Οικουμενιστές, οι οποίοι ποτέ δεν μπαίνουν σε διάλογο και ούτε καταδέχονται να αντικρούσουν η να δικαιολογηθούν για τις βάσιμες κατηγορίες των Ορθοδόξων εναντίον τους. Δεν θέλουμε βεβαίως να παραλληλίσουμε τους χώρους, αλλά η ομοιότητα είναι καταπληκτική. Πορεύονται τον δρόμο τους περιφρονώντας και υποτιμώντας τους αγωνιώντας Ορθοδόξους. Την ίδια τακτική ακολούθησαν οι αγαπητοί Ενιστάμενοι και έναντι του μακαριστού, σοφού και ζηλωτού θεολόγου  πατρός Θεοδωρήτου, όταν έγραψε την επιστολή του «Προς Ανδρέαν», αναφερόμενος στο σχίσμα του μητροπολίτου Κυπριανού. Η απάντηση τους ήταν σιγή ιχθύος. Ελπίζουμε να κατανοούν οι αγαπητοί Αγιοκυπριανίτες πατέρες το πόσο απαραίτητο είναι  να διασαφίζουν τις εκκλησιολογικές τους θέσεις. «έτοιμοι δε αεί προς απολογίαν παντί τω αιτούντι υμάς λόγον περί της εν υμίν ελπίδος».( Α’Πετρου γ’ 15)
Κρίσεις σχετικά με τις εκκλησιολογικές τους θέσεις
Στο επίσημο κείμενό τους προς την Εκκλησία Γ.Ο.Χ Ελλάδος σχετικά με τον πρόσφατο διάλογο, με τον τίτλο «Έληξεν ο ανεπίσημος διάλογος», χρησιμοποιούν όρους και έννοιες, οι οποίες δεν είναι καθιερωμένες στην θεολογική και εκκλησιαστική γλώσσα. Αντί του όρου  Εκκλησία προτιμούν τον όρο Εκκλησιαστική Κοινότητα η τον όρο Προσωρινά Διοικητικά Σχήματα.[1]
Λαμβάνοντας υπ’ όψιν και τις επιφυλάξεις τους να δεχθούν έναν από τους αδιαπραγμάτευτους όρους που τους τέθηκε ότι: «οι  αρμόδιοι δια την καταδίκην των αιρέσεων ήσαν πάντοτε οι παραμένοντες εις την Ορθοδοξίαν Επίσκοποι, ασχέτως του αριθμού των η της συμπεριλήψεως πατριαρχών μεταξύ αυτών. Οι Γ.Ο.Χ Επίσκοποι έχουν σήμερα το δικαίωμα της καταδίκης του Οικουμενισμού και κάθε αιρέσεως.», καθώς και κάποιες άλλες επιφυλάξεις τους, συμπεραίνουμε ότι κάτω από τους όρους που αρέσκονται να χρησιμοποιούν, υποβόσκει μία διαφορετική αντίληψη για το τι και ποιά είναι η Εκκλησία. Είναι προφανές ότι οι αγαπητοί Ενιστάμενοι θέλουν να πουν κάτι παραπέρα από τον καθιερωμένο θεολογικά και εκκλησιολογικά όρο Εκκλησία.
Τι θέλουν όμως να πουν;
Αυτό είναι ένα ερώτημά μας και περιμένουμε μια ειλικρινή και ευθεία απάντηση.
Ένα ακόμη σημείο που προκαλεί έντονο προβληματισμό, για το πως αντιλαμβάνονται οι αγαπητοί Ενιστάμενοι την Εκκλησία των Γ.Ο.Χ, αλλά και την δική τους Εκκλησιαστική Κοινότητα, όπως αρέσκονται να την αποκαλούν, καθώς και τους ποιμένες αυτών, αρχιερείς και ιερείς είναι αυτά τα οποία λένε στο προαναφερόμενο κείμενό τους «Έληξεν ο Ανεπίσημος Διάλογος» και συγκεκριμένα στην απάντησή τους στο 10ο και τελευταίο σημείο, όπου λέγουν χαρακτηριστικά:
«Το ανάθεμα – καταδίκη δεν είναι έργον ούτε των επί μέρους πιστών, ούτε εκείνων των Εκκλησιαστικών Διοικητικών Οργανισμών, των εχόντων μεν προσωρινήν μορφήν Συνοδικών Σωμάτων, μη συγκεντρούντων όμως απάσας εκείνας τας ιεροκανονικάς προϋποθέσεις, ώστε η καθ’ όλου Εκκλησία να εκπροσωπήται υπ’ Αυτών πλήρως, εγκύρως και αρμοδίως προς κήρυξιν αναθέματος – καταδίκης.
Δικαιώματος και «αξίας» τοιαύτης «ηξίωται» ο χορός των Αποστόλων «και οι κατά πάσαν ακρίβειαν τούτων ως αληθώς γεγονότες διάδοχοι, πλήρεις χάριτος και δυνάμεως» (Ιερού Χρυσοστόμου), αδυνατούμεν δε να κατανοήσωμεν την σύγχρονον βεβιασμένην τάσιν προς αναθεματισμόν – καταδίκην, εφ’ όσον άχρις υπάρξεως τοιούτων διαδόχων, «πας ορθοδοξών κατά πάντα, πάντα αιρετικόν δυνάμει, καν ου ρήματι, αναθεματίζει» (Οσίου Θεοδώρου Στουδίτου) .
Από τα ανωτέρω σχολιάζουμε μόνο το: Δικαιώματος και «αξίας» τοιαύτης «ηξίωται» ο χορός των Αποστόλων «και οι κατά πάσαν ακρίβειαν τούτων ως αληθώς γεγονότες διάδοχοι, πλήρεις χάριτος και δυνάμεως» και το: «άχρις υπάρξεως τοιούτων διαδόχων».
Είναι όντως απορίας άξιον το πως γίνεται, οι Αρχιερείς της Εκκλησίας μας, να μην θεωρούνται από τους αγαπητούς Ενισταμένους  αληθείς διάδοχοι των Αποστόλων πλήρεις χάριτος και δυνάμεως; Μήπως στερούνται άραγε της Αποστολικής Διαδοχής; Μα και οι ίδιοι τονίζουν ότι έχουν την αποστολικήν διαδοχήν από την Εκκλησίαν των Ρώσων της Διασποράς η οποία είναι αναγνωρισμένη υφ’ απάντων. Μήπως άραγε υστερούν εις την ορθήν ομολογίαν της πίστεως; διότι είναι βασικοτάτη εκκλησιολογική αρχή,  η Αποστολική Διαδοχή να συνοδεύεται πάντοτε και από την διαδοχήν εις την ορθήν πίστιν. Δεν είναι δυνατόν να θεωρείται κάποιος αρχιερεύς, γνήσιος διάδοχος των Αποστόλων κατά πάσαν ακρίβειαν, εάν δεν συνυπάρχουν στο πρόσωπό του η ορθόδοξος πίστις και ομολογία μαζί με την χειροτονία του από κανονικόν ορθόδοξον αρχιερέα. «Και τρόπον μέτοχος και θρόνον διάδοχον των Αποστόλων γενόμενος την πράξιν εύρες θεόπνευστε εις θεωρίας επίβασιν» ψάλλει η Εκκλησία. Αλλά αμφισβητούν οι αγαπητοί Ενιστάμενοι κάποια από τις προαναφερόμενες προϋποθέσεις; Μας φαίνεται εντελώς ακατανόητον διότι σε μία τέτοια περίπτωση θέτουν πρωτίστως τον εαυτόν τους έξω παντελώς από την Αγίαν, Καθολικήν, Ορθόδοξον Εκκλησίαν. Μήπως για τον ίδιο λόγο προτιμούν να αυτοαποκαλούνται Εκκλησιαστική Κοινότητα η Προσωρινό Διοικητικό Σχήμα, αντί του όρου Εκκλησία; Δεν πιστεύουμε ότι συμβαίνει κάτι τέτοιο, αλλά ότι νιώθουν ότι χρειάζεται να εμβαθύνουν στην εκκλησιολογική τους αυτοσυνειδησία όπως οι ίδιοι το αναφέρουν σε κείμενό τους.
Έστω κι αν όλα αυτά θα μπορούσαν να είχαν συζητηθεί διεξοδικά μεταξύ των αρχιερατικών επιτροπών, πιστεύουμε ότι δεν είναι ούτε άκαιρο ούτε αδιέξοδο να δούμε έστω και τώρα μία επίσημη τοποθέτηση των αγαπητών Αγιοκυπριανιτών πατέρων στους προβληματισμούς αυτούς. Είναι μάλιστα άκρως αναγκαίο και απαραίτητο, αφού μπορεί να προκαλέσει το έναυσμα για μία  επανεκκίνηση του παυθέντος διαλόγου.
Δικαιολογημένα , λοιπόν, η Ι. Σύνοδός μας, σε έναν από τους δέκα όρους της  προς τους Ενισταμένους θεωρεί αναγκαία και απαραίτητη προϋπόθεση να προσφωνείται απ’ αυτούς και να αναγνωρίζεται ως Εκκλησία Γ.Ο.Χ Ελλάδος. Κι αυτό διότι πιστεύουμε κι έχουμε ακράδαντη την πεποίθηση ότι εκφράζουμε σε όλη την πληρότητά της την Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν, και ότι είμεθα η συνέχειά της και έχουμε ως πνευματική κληρονομιά (περιουσία) το πλήρωμα της Πεντηκοστής. Δηλαδή, την ιερατική, την βασιλική, και την προφητική εξουσία. Οι δε Αρχιερείς και Ιερείς μας είναι  « κατά πάσαν ακρίβειαν  ως αληθώς διάδοχοι των αποστόλων  πλήρεις χάριτος και δυνάμεως»  Συνέπεια δε αυτής της ακραδάντου πεποιθήσεως μας είναι και το δικαίωμα του καταδικάζειν, αναθεματίζειν και αφορίζειν εκ του σώματός της κάθε αιρετικόν, σχισματικόν ή αποσυνάγωγον.
Τέτοιοι, λοιπόν, όροι είναι νεολογισμοί και προκαλούν βάσιμες υποψίες ως προς την ορθόδοξη ταυτότητα των Ενισταμένων.
Εκκλησία-Αίρεση-Σχίσμα
Δύο ακόμη στοιχεία που προκύπτουν από την εκκλησιολογική τοποθέτηση των Αγιοκυπριανιτών πατέρων και δείχνουν σαφέστατα αντορθόδοξες εκκλησιολογικές θέσεις είναι:
α) η άποψή τους για τους ακρίτους αιρετικούς, όπως ονομάζουν όλους τους Οικουμενιστές ιεράρχες, και
β) η ασαφής και θολή τοποθέτησή τους για τα διάφορα σχίσματα που συνέβησαν στην Εκκλησία Γ.Ο.Χ Ελλάδος.
Με την καινούρια και ιδιότυπη θεωρία τους περί των ακρίτων αιρετικών κατορθώνουν να εισαγάγουν στο χώρο της άσπιλης του Χριστού Εκκλησίας ως μέλη, ασθενή τάχα, τους αιρετικούς Οικουμενιστές. Έτσι μέλη της Εκκλησίας δεν είναι μόνον οι ορθήν ομολογίαν έχοντες  αλλά και οι αιρετικήν. Συνυπάρχει, δηλαδή, στην Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία η Αλήθεια με το ψεύδος, η ευσέβεια με την βλασφημία. Έρχονται έτσι σε ευθεία αντίθεση με την ορθή περί εκκλησιολογίας αντίληψη των αγίων, όπως π.χ. διαφαίνεται στον Άγιο Ισίδωρο τον Πηλουσιώτη (370-450 μ.Χ.) όταν γράφει: "Το άθροισμα των αγίων, το εξ ορθής πίστεως και πολιτείας αρίστης συγκεκροτημένον, καλείται Εκκλησία". (MPG 78, 685 A)
Η ορθή, λοιπόν, πίστις καθώς και η αρίστη πολιτεία ποιεί τινά να παραμένει της Εκκλησίας μέλος. Το ίδιο ακριβώς λέγει και ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης στην επιστολήν του προς την Σπαθαρίαν Μαχαρά P.G. 99, 1668.
Γράφει: «Το γαρ κοινωνείν παρά αιρετικού η προφανούς διαβεβλημένου κατά τον βίον, αλλοτριοί Θεού, και προσοικειοί τω διαβόλω.» Όχι μόνον το αιρετικόν φρόνημα αποξενώνει από την Εκκλησία του Θεού, αλλά ακόμη και οι έχοντες  πονηρόν βίον, όπως  οι πόρνοι, οι μοιχοί, οι αρσενοκοίτες, οι άδικοι, οι πλεονέκτες κ.λ.π. οι οποίοι συνεχίζουν να ζουν αμετανόητα.  « 9 η ουκ οίδατε ότι άδικοι βασιλείαν Θεού ου κληρονομήσουσι; μη πλανάσθε· ούτε πόρνοι ούτε ειδωλολάτραι ούτε μοιχοί ούτε μαλακοί ούτε αρσενοκοίται 10 ούτε πλεονέκται ούτε κλέπται ούτε μέθυσοι, ου λοίδοροι, ουχ άρπαγες βασιλείαν Θεού ου κληρονομήσουσι.» (Α’ Κορινθίους 9-10)
Επικαλούνται οι αγαπητοί Αγιοκυπριανίτες πατέρες προς επίρρωσιν των θέσεών τους χωρία πατέρων, και ιδιατέρως της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου, τα οποία σαφώς δεν ερμηνεύουν ορθά και για τα οποία προτιθέμεθα να επανέλθουμε αναλυτικότερα.
Την ιδίαν τακτικήν ακολουθούν και έναντι των σχισμάτων και των σχισματικών. Δεν θέλουν και δεν μπαίνουν στον κόπο να καταδικάσουν τα  αναφανέντα στην Εκκλησία σχίσματα και να διασαφήσουν τα όριά της. Πως θα μπορούσαν εξ άλλου να το πράξουν, όταν και οι ίδιοι είναι ένοχοι με σχίσμα έναντι της Εκκλησίας, η οποία τους τίμησε με το αξίωμα της αρχιερωσύνης;
Αυτά τα δύο παραδείγματα καταδεικνύουν ότι εν τοις πράγμασι οι Αγιοκυπριανίτες πατέρες έχουν «ξεχειλώσει» τραγικά την ορθόδοξη εκκλησιολογία. Έχουν εισαγάγει στην Ορθόδοξη Εκκλησία νέες αντιλήψεις και θεωρήσεις, οι οποίες προσιδιάζουν πολύ με αυτή των Οικουμενιστών και με την θεωρία των κλάδων. Ο Οικουμενισμός δεν είναι, όπως φαίνεται, απλά άλλη μια αίρεση. Είναι μια σκοτεινή πνευματική ατμόσφαιρα που άπτεται κάθε εκδήλωσης και σκέψης του ανθρώπου, αφού ως άρνηση της Πίστεως στον Μοναδικό Θεό και Σωτήρα του ανθρωπίνου γένους, εκτροχιάζει τον άνθρωπο από τον Φωτοδότη  Κύριό μας Ιησούν Χριστόν και τον καταβαραθρώνει στο  σκότος του κακού. Δεν είναι μία ιδέα που κηρύσσεται μόνο σε θεωρητικό επίπεδο. Κυλάει μέσα στο αίμα όλης της ανθρωπότητος και την δηλητηριάζει, την αποσυνθέτει και την νεκροποιεί.
Για την ορθόδοξη όμως εκκλησιολογία η Εκκλησία είναι ΜΙΑ, ΑΓΙΑ, και ΑΔΙΑΙΡΕΤΗ. Μέσα σ’ αυτήν δεν υπάρχουν αιρέσεις, σχίσματα, βλασφημίες, έριδες, έκκλητος βίος, άλλά ορθή ομολογία, ενότης, δοξολογία, αγάπη ανιδιοτελής και ανυπόκριτος και ηγιασμένος βίος. «Επεί από των αποστόλων και κατόπιν, πολλαχώς πολλαί αιρέσεις προσερράγησαν αυτή και ρυπάσματα άθεσμα και ακανόνιστα επεπόλασαν, ώσπερ και το νυν, αλλά μην αυτή τω προειρημένω τρόπω άσχιστος και αμώμητος διαμεμένηκε, και διαμενεί έως του αιώνος, υπεξαιρουμένων και αποπεμπομένων απ’ αυτής των κακώς φρονησάντων και πραξάντων, ώσπερ εξ ασείστου και παραλίου πέτρας τα προσρρήσοντα κύματα.» (Αγίου Θεοδώρου του Στουδίτου, Επιστολή Βασιλείω μονάζοντι P.G. (99, 1001).
Με αυτές τις παρατηρήσεις κλείνουμε και το δεύτερο μέρος του άρθρου μας και προτιθέμεθα να συνεχίσουμε με ένα τρίτο περί κεκριμένων και ακρίτων αιρετικών. Τονίζουμε δε πάλι στον επίλογό μας ότι γράφουμε μόνο για να παρουσιάσουμε την αλήθεια των πραγμάτων κι όχι να προσβάλλουμε, να εκθέσουμε η να πολεμήσουμε αδελφούς. Το πνεύμα της ευθύτητος και της αδιαλείπτου μετανοίας βοηθάει τον καθένα μας να ευθυγραμμίζει την ζωή του και την πίστη του επάνω στον αλάθητο κανόνα της ευσεβείας και ζωής, όπως μας τα παρέδωσε η Εκκλησία δια των σεπτών αγίων Πατέρων μας.

[1]   «Η Ορθόδοξος Κοινότης των Ενισταμένων είναι βεβαίως Εκκλησιαστική, διότι έχει ως ορατόν κέντρον και κεφαλήν των Ευχαριστιακών Συνάξεων Αυτής Ορθοδόξους Επισκόπους, οι οποίοι κέκτηνται αδιαμφισβήτητον κανονικήν και έγκυρον χειροτονίαν και διαδοχήν, ως άλλωστε επεβεβαιώθη και δια της ευχαριστιακής κοινωνίας των μετά της ανεγνωρισμένης υφ' απάντων Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας της Διασποράς: αυτοί προΐστανται των Συνάξεων, κηρύττουν τον θείον λόγον και προσφέρουν την Ευχαριστίαν, ως «εικόνες Χριστού» του Μεγάλου Αρχιερέως και ως προκαθήμενοι «εις τόπον Θεού», κατά τον Άγιον Ιγνάτιον Αντιοχείας (πρβλ. ΡG τ. 5, στλ. 668) ».

Τετάρτη, 09 Σεπτεμβρίου 2009

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος





Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΤΟΥ ΦΥΣΙΟΓΝΩΜΙΑ







Η ενθύμησις του Δικαίου είναι αιωνία, όπως λέγει η Αγία Γραφή: «εις μνημόσυνον αιώνιον έσται δίκαιος». Σε αντίθεση με τούς κατά κόσμον ισχυρούς και διασήμους των οποίων η φήμη εξαφανίσθηκε παταγωδώς: «και το μνημόσυνον αυτών απώλετο μετ’ ήχου».Όπως η πομφόλυξ, η σαπουνόφουσκα, εκρήγνυται και εξαφανίζεται με θόρυβο, έτσι και η ενθύμηση των κατά κόσμον ισχυρών: αφού έζησε με θόρυβο και τυμπανοκρουσίες, ξαφνικά, μόλις αποθνήσκει όλοι τους λησμονούν. Σαν πυροτέχνημα ήταν η ζωη τους. Υπάρχουν και πρόσφατα παραδείγματα. Δεν θα αναφερθώ.

Πράγματι, ποιός ενθυμείται σήμερα τούς Βασιλείς και τούς άρχοντας, τούς ισχυρούς της εποχής του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου; Κανείς, εκτός μόνον από κάποιους ιστοριοδίφεις, που ενσκύπτουν ανάμεσα στα αραχνιασμένα ράφια των βιβλιοθηκών, σε εξειδικευμένα βιβλία, χειρόγραφα και περγαμηνές με το ιστορικό περιεχόμενο του 5ου αιώνος μ.Χ. Και όσοι είναι λίγο ευρύτερα γνωστοί, είναι εξ αντανακλάσεως του φωτός της γνώσεως του βίου του Αγ Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, ως εμπλεκόμενους στις εναντίον του διώξεις.

Γιατί όμως έμεινε στην Ιστορία ο Αγ. Ι. Χρυσόστομος. Για δύο λόγους: α) Για τον βίο του και β) Για τα έργα του. Για την διδασκαλία του και για το παράδειγμά του. Εδίδαξε και μας διδάσκει συνεχώς με τα συγγράμματά του. Μας κατηχεί μέχρι σήμερα στην τήρηση των εντολών του Θεού. Μας αναλύει τα θεία δόγματα. Μας πείθει, όμως, με το παράδειγμα του βίου του. «Ο λόγος διδάσκει και το παράδειγμα πείθει» λέγει μια παροιμία. Και περισσότερο από όλα μας ωφελεί το παράδειγμα του βίου του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου.

Στούς 16 αιώνες που πέρασαν από την προς Κυριον εκδημία του μελιρύτου αυτού ποταμού της σοφίας αναρίθμητοι άνθρωποι σε όλην την οικουμένη, ως γη αγαθή αρδεύθηκαν με τα πνευματικά νάματα της ευσεβείας και καρποφόρησαν σε αρετές. Γι αυτό και η μνήμη του πάντοτε διατηρήθηκε ζωντανή. Και η σημερινή ομήγυρις αυτό πάλι αναδεικνύει.

Στις εισηγήσεις που θα ακολουθήσουν θα αναλυθούν εκτενέστερα κάποιες απ’ τις πτυχές του βίου και κυρίως του έργου του Οικουμενικού μας Πατρός και Διδασκάλου. Εδώ θα ασχοληθούμε με ορισμένα αξιομνημόνευτα στοιχεία της ζωής του Αγίου, τα οποία μπορούν να αποτελέσουν παραδείγματα προς μίμησιν για όλους τούς Χριστιανούς, σε όλες τις εποχές.

Α. ΓENNHΣΗ-MOΡΦΩΣΗ

Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος γεννήθηκε το 354 στην Αντιόχεια από τούς γονείς Σεκούνδο και Ανθούσα. Η Αντιόχεια (μία Ελληνική πόλη υπό τουρκική κατοχή σήμερα στα σύνορα με την Συρία) ήταν πρωτεύουσα της Ασίας. Η Ρωμαϊκή Οικουμένη (ο τότε γνωστός κόσμος) χωριζόταν σε 3 διοικήσεις: Ευρώπης (με πρωτεύουσα την Ρωμη), Αφρικής (με πρωτεύουσα την Αλεξάνδρεια) και Ασίας (με πρωτεύουσα την Αντιόχεια).

Ο Σεκούνδος ήταν Ρωμαίος Στρατηγός, η Ανθούσα ήταν Ελληνίδα. Έγιναν Χριστιανοι και ο Ιωάννης έλαβε χριστιανική μόρφωση. Η παράδοση της Αρχαίας Ρώμης, ο Ελληνικός πολιτισμός και η Ορθοδοξία είναι τα τρία χαρακτηριστικά που συνιστούν αυτό που σήμερα έχει επικρατήσει να ονομάζεται «βυζαντινός πολιτισμός». Βλέπουμε, λοιπόν, ότι και τα τρία αυτά χαρακτηριστικά συνυπήρχαν και στην διαμόρφωση της προσωπικότητας του Αγίου.

Εβαπτίσθη σε ηλικία 18 ετών από τον Άγιο Μελέτιο Αντιοχείας. Έλαβε την στοιχειώδη και τη μέση παιδεία και προχώρησε και σε ανώτατες σπουδές (φιλοσοφία). Διδάσκαλοί του ήταν ο σοφιστής Λιβάνιος και ο φιλόσοφος Ανδραγάθως. Αφού εσπούδασε όλες τις επιστήμες (ήταν αυτό που αποκαλείται πανεπιστήμων) έγινε Μοναχός για να γίνει κοινωνός και της ανωτάτης τεχνης και επιστήμης: οΜοναχισμός ονομάζεται τέχνη τεχνών και επιστήμη επιστημών. Άσκησε και συγγραφικό έργο. Απέκτησε χάρισμα ερμηνείας των θ. γραφών και χάρισμα ιαμάτων.Μετά 4 έτη ασκήσεως ασθένησε και κατέβηκε στην Αντιόχεια. Ο Άγιος Μελέτιος χειροτονεί αυτόν Αναγνώστη. Ο Διάδοχος του Μελετίου Φλαβιανός έπειτα από θεία αποκάλυψη τον χειροτονεί Διάκονο και Ιερέα, δίχως ο ίδιος να το επιθυμεί. Το 398, μετά τον θάνατο του Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Νεκταρίου εκλέγεται στην θέση του ο Ιωάννης. Ο Ιωάννης κυριολεκτικώς απήχθη από ανθρώπους του Αυτοκράτορα, και παρά την θέλησή του χειροτονείται Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως.

Β. Η ΕΠΙΛΟΓΗ THΣ ΑΛΗΘOYΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Τοτε, όπως και τώρα, εκτός από την Ορθόδοξη Χριστιανική Εκκλησία, υπήρχαν διάφορες κοινότητες αιρετικών. Οι ειδωλολάτρες, λοιπόν, έλεγαν στούς Χριστιανούς: «Σε ποια Εκκλησία να πάμε; Σε εσάς; Στούς Αρειανίζοντες; Στούς Γνωστικούς; ΣτούςΜαρκιωνιστές, Στούς οπαδούς του Ευνομίου; Στούς Απολλιναριστές; Σε ποιούς;». Προς αυτούς ο Άγιος απαντούσε: «Εύλογο είναι ότι εγώ θα σας πω να έλθετε εδώ που βρίσκομαι ο ίδιος. Όμως εσείς να κάνετε προσευχή στον Χριστό και εκείνος θα σας φωτίσει ποια είναι η αληθινή Εκκλησία Του».

Γ. ΓIA THΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ENΟΣ ΣXIΣMATOΣ

Προς εκείνους που από αδιαφορία εκκλησιάζονταν όπου και να ήταν και σε ναούς της κανονικής Εκκλησίας και σε ναούς σχισματικών, με το πρόσχημα ότι η πίστη ήταν κοινή, ο Άγιος απήντησε, ότι ακριβώς γι’ αυτό δεν πρέπει να εκκλησιάζονται στούς ναούς των σχισματικών. Αφού έχουν την ίδια πίστη με εμάς, γιατί δεν είναι μαζί μας; Η μήπως το θέμα της Ιερωσύνης είναι μικρό; Την ίδια μέριμνα που οφείλουμε να επιδεικνύουμε για τα θέματα της πίστεως πρέπει να έχουμε και για το θέμα της Ιερωσύνης ενός κληρικού.

Αυτός ο Άγιος είναι εκείνος που είπε το περίφημο: «Το σχίσαι την Εκκλησίαν, ουκ έλαττον του ειδωλαλατρήσαι», χαρακτηρίζοντας ομοίους με τους ειδωλολάτρες αυτούς που προξενούν σχίσματα στην Εκκλησία του Χριστού.

Δ. ΑΓΩNAΣ ΓIA THΝ ΚΑΘΑΡΣΗ THΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Ο Άγιος όταν έγινε Επίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως διέγνωσε τις πληγές που μάστιζαν τον κλήρο. Ανηθικότης, πολυτελής ζωη και φιλαργυρία. Ασυμβίβαστος με την διαφθορά, πολέμησε εναντίον της με κάθε μέσο.Με κηρύγματα, με υπόδειγμα του βίου και ασκητικής διαγωγής μέσα στο πατριαρχείο (που οι σημερινοί φερόμενοι ως διάδοχοί του που ζουν σαν μαχαραγιάδες και ρασοφόροι σουλτάνοι) και με ελεημοσύνες και αγαθοεργίες.

Η σιμωνία των επισκόπων ήταν άλλη μία μάστιγα. Κυριαρχούσε η σιμωνία και επωλείτο η Αρχιερωσύνη, η Ιερωσύνη, η Διακονία. Ο υποψήφιος για να χειροτονηθεί Επίσκοπος συχνά πλήρωνε χρήματα. Δανειζόταν για να βρει τα χρήματα και μετά για να ξεχρεώσει επώλει χειροτονίες. Φοβερή αμαρτία! Ξεκίνησε εκστρατεία καθάρσεως στην Μικρά Ασία για να εξαλείψει την μάστιγα της σιμωνίας. Σε λιγότερο από τρεις μήνες δικάσθηκαν, καθηρέθηκαν και αντικαταστάθηκαν δεκατρείς (άλλοι λέγουν δεκαέξι) Αρχιερείς.
Η κατάσταση αυτή δημιούργησε μία δυσαρέσκεια εις βάρους του από εκείνους που καθηρέθηκαν, αλλά και από εκείνους οι οποίοι ανέμεναν να έλθει η σειρά τους. Ιδού το παράδειγμα ενός υπευθύνου Ιεράρχου, ο οποίος δεν εδίστασε να πατάξει την διαφθορά με κάθε μέσο. Είναι βέβαιο ότι αυτή του η στάση έγινε αιτία να κάνη πολλούς εχθρούς και αργότερα να καθαιρεθεί αδίκως.
Μας άφησε όμως αυτό το δίδαγμα, ως φωτεινό υπόδειγμα για όλους τούς έχοντες ηγετική θέση, και μάλιστα τούς Επισκόπους. Να μη συμβιβάζονται με την διαφθορά.

Ε. Η ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ THΣ ΚΑΘΑΙΡΕΣΗΣ TOΥ


Είναι αδύνατον να κλείσουμε την σύντομη αναφορά μας στην Ιστορικη φυσιογνωμία του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, δίχως να αναφέρουμε το πως αντιμετώπισε την άδικη καθαίρεσή του. Και μόνον αυτό θα ήταν αρκετό για να μείνη στην ιστορία.

Δεν θα αναφερθούμε στις λεπτομέρειες του πως ήλθε σε συγκρουση με την Αυτοκράτειρα Ευδοξία και πως η τελευταία μηχανεύτηκε την άδικη καθαίρεσή του. Είναι λίγοπολύ σε όλους γνωστά. Θα σταθούμε μόνο σε τούτο: Ήταν στο Πατριαρχείο ο Άγιος μαζί με 40 Αρχιερείς, οι οποίοι τον υποστήριζαν. Ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Θεόφιλος είχε συναθροίσει 45 Αρχιερείς , τους εχθρούς του Αγίου που ήταν δυσαρεστημένοι με αυτόν (όπως προανεφέραμε) μαζί με όσους είχε φέρει ο ίδιος από την Αίγυπτο για να «δικάση» τον Άγιο. Και ο Άγιος συμβούλευε τούς Αρχιερείς οι οποίοι τον υποστήριζαν λέγοντας: «Εαν με αγαπάτε, συλλειτουργείστε μαζί με εκείνους, για να μη γίνη σχίσμα στην Αγία του Θεού Εκκλησία. Για την καθαίρεση όμως μην υπογράψετε, διότι δεν γνωρίζω τι είναι αυτά που με κατηγορούν».

Ιδού παράδειγμα προς μίμησιν. Ο δίκαιος προτιμά να αδικηθή παρά να κάνη σχίσμα. Οι άδικοι προτιμούν να σχίσουν την Εκκλησία προκειμένου να αποφύγουν την δίκαιη τιμωρία. Αυτά τα λίγα αρκούν για να κατανοήσουν το γιατί ο Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος έμεινε στην Ιστορία. Στις εισηγήσεις που θα ακολουθήσουν θα αναλυθούν και άλλες πτυχές του βίου και του έργου του που επιβεβαιώνουν έτι περισσότερον ότι ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος άφησε ανεξίτηλη την παρουσία του στο ιστορικό γίγνεσθαι με την διδασκαλία του, αλλά και με το παράδειγμά του. Κυρίως με αυτό.



(Ελήφθη από ΕΔΩ)
.
.