Σάββατο, 10 Οκτωβρίου 2009

Η καταδίκη των αιρετικών (β)



ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΚΑΤΑΔΙΚΗΣ ΤΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ


Πότε ένα Σχίσμα δεν είναι Σχίσμα;

        Το άρθρο που εξετάζουμε υποστηρίζει τη γνωστή διδασκαλία της Συνόδου των Ενισταμένων ότι η Αληθινή Εκκλησία συμπεριλαμβάνει και τους αληθινούς πιστούς και τους αιρετικούς, και τα «υγιή» και τα «νοσούντα» μέλη Της. Γιατί «τα μέλη του Σώματος μπορούν να νοσούν, να κάνουν λάθος σε θέματα Ορθοδόξου Πίστεως και κατά αυτόν τον τρόπο να επέλθει ρήξη στην πνευματική τους επικοινωνία με τον Θεάνθρωπο. Παρά ταύτα ακόμα και ως νοσούντα μέλη δεν είναι νεκρά. Συνεχίζουν να ανήκουν θεσμικά στο Σώμα όπως ακριβώς συμβαίνει και με ένα υγιές ανθρώπινο Σώμα στο οποίο μπορούν να συνυπάρχουν νοσούντα κύτταρα ή με ένα δέντρο  σε άνθιση που επίσης έχει άρρωστα κλαδιά.»

Θα μπορούσαμε να συμφωνήσουμε με αυτή την άποψη αν μιλούσαμε για λαϊκά μέλη της Εκκλησίας που δεν αντιπροσωπεύουν την Τοπική Εκκλησία με την έννοια που ένας επίσκοπος αντιπροσωπεύει την επισκοπή του ή ένας πατριάρχης το πατριαρχείο του. Είναι προφανές ότι δεν κατανοούν όλα τα μέλη της Εκκλησίας με τον ίδιο τρόπο την πίστη και ορισμένα μέλη έχουν πιο καθαρή και βαθύτερη πίστη από άλλα. Αλλά όταν ένας ιεράρχης κηρύσσει αίρεση «γυμνή τη κεφαλή» απ’ άμβωνος, τότε σύμφωνα με τον 15ο Κανόνα, δεν είναι απλώς ένα νοσούν μέλος της Εκκλησίας αλλά «ψευδεπίσκοπος» και «πνευματικός λύκος» από τον οποίο τα άλλα μέλη της Εκκλησίας πρέπει να απομακρυνθούν αν θέλουν να παραμείνουν εντός Εκκλησίας.

Εντούτοις, το άρθρο συνεχίζει να υποστηρίζει ότι τέτοιοι «ψευδεπίσκοποι» και «πνευματικοί λύκοι»   παραμένουν μέλη της Αληθινής Εκκλησίας με όλα τα προνόμια της θέσεως τους αυτής  («προήδρευαν των θρόνων και ήταν αιρετικοί εντός Εκκλησίας»). Παραμένουν νοσούντα μέλη της Εκκλησίας μέχρι να αφοριστούν είτε (1) από τις ίδιες τους τις πράξεις με το να διαχωρίζουν εαυτούς διαχωριστούν από την Εκκλησία σε σχηματικές κοινότητες είτε (2) με Συνοδικές αποφάσεις. Έτσι «Όταν οι Αγίες Οικουμενικές Σύνοδοι κάλεσαν τον Κωνσταντινουπόλεως Νεστόριο της (Τρίτη Οικουμενική Συνοδός, Έφεσος) και τον Αλεξανδρείας Διόσκουρο (Τέταρτη Οικουμενική Σύνοδος, Χαλκηδόνα) τρεις φορές να παρουσιαστούν προς κρίση, αναγνώρισαν ότι οι εν λόγω ιεράρχες εξακολουθούσαν να κατέχουν τη θέση τους μέχρι εκείνη τη στιγμή, από την οποία μιλούσαν και δρούσαν στο όνομα και εκ μέρους της Ορθοδόξου Εκκλησίας»

 Ας εξετάσουμε αυτά τα δύο κριτήρια:
 (1) η δημιουργία του σχίσματος και (2) η καταδίκη από μια Σύνοδο.
     
Μπορούμε να συμφωνήσουμε με το πρώτο κριτήριο. Για παράδειγμα, αυτοί που οικειοθελώς απομακρύνονται από την Εκκλησία στο σχίσμα «αποκόπτονται από την θεσμική σύνδεση τους με το υγιές Σώμα της Εκκλησίας και αυτά τα άτομα είναι και πρέπει να θεωρούνται αποφασιστικά και «εξολοκλήρου αποκομμένα».

 Αλλά αυτό το κριτήριο δεν ισχύει ακριβώς για τους νεοημερολογίτες οικουμενιστές που το 1924 χωρίστηκαν από το Σώμα της Εκκλησίας με το να επιλέξουν να εορτάζουν τις γιορτές και τις νηστείες της Εκκλησίας σε διαφορετικό χρόνο; Γιατί είναι ανακριβές να πούμε ότι οι Παλαιοημερολογίτες χωρίστηκαν από τους Νεοημερολογίτες εφόσον έγινε ακριβώς το αντίθετο: οι Νεοημερολογίτες χωρίστηκαν από την Εκκλησία με το να αρνούνται να γιορτάσουν τις εορτές στο χρόνο που καθόρισε η Εκκλησία, ενώ οι Παλαιοημερολογίτες, απλά στήριξαν αυτά που προϋπήρχαν. Και έπειτα οι Νεοημερολογίτες επιβάρυναν το αμάρτημά τους με το να καταδικάσουν δια συνόδου, τους Παλαιοημερολογίτες…

Μπορεί μια Τοπική Σύνοδος να αποβάλλει  αιρετικούς;

        Είναι μια συνοδική απόφαση αναγκαία για να  αποβληθεί ένας αιρετικός όπως διακηρύσσει το δεύτερο κριτήριο; Με μια πρώτη ματιά θα φαινόταν ότι η απάντηση είναι ναι. Εντούτοις είναι βάσιμο το σκεπτικό ότι ο Άρειος είχε αοράτως αποβληθεί από την Εκκλησία πολύ πιο πριν από την Πρώτη Οικουμενική Σύνοδο του 325. Γιατί όταν ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός εμφανίστηκε στον Ιερομάρτυρα Πέτρο, Αρχιεπίσκοπο Αλεξάνδρειας, με μορφή δωδεκάχρονου παιδιού με σκισμένα ρούχα και ρωτήθηκε από τον Άγιο Πέτρο: «Ω Δημιουργέ, ποιος σου έσκισε τον χιτώνα; Ο Κύριος απάντησε: « Ο ανόητος Άρειος που χώρισε από Εμένα ανθρώπους  για τους οποίους είχα κερδίσει με το αίμα Μου.» Και αυτό συνέβη πριν το μαρτύριο του Αγίου Πέτρου το 311.

 Έτσι εδώ βλέπουμε μια εξήγηση μέσω παραδείγματος στα λόγια του Κυρίου προς το Νικόδημο: « Αυτός που δεν πιστεύει είναι ήδη καταδικασμένος. (Ιω. Γ’,18) και τα λόγια του Αποστόλου Παύλου «Αιρετικό άνθρωπο, έπειτα από πρώτη και δεύτερη νουθεσία, παράτησέ τον. Γνωρίζοντας ότι είναι... αυτό–καταδικασμένος» (Τίτ. Γ. 10, 11)

    Υπάρχει μια διάκριση ανάμεσα στο μυστηριακό οργανισμό της Εκκλησίας και στην ορατή εξωτερική οργάνωση. Αυτή η διάκριση διατυπώθηκε λεπτομερώς από τον Νέο Ιερομάρτυρα Μάρκο (Novoselov), Επίσκοπο του Σεράγεβο και ηγέτη της Εκκλησίας των Κατακομβών στη Μόσχα που πυροβολήθηκε το 1938. Έτσι θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Άρειος αποκόπηκε από τον μυστηριακό Οργανισμό της Εκκλησίας από το Χριστό αλλά αποκόπηκε από την εξωτερική οργάνωση της Εκκλησίας από τους Αγίους Πατέρες της Πρώτης Οικουμενικής Συνόδου.


Αλλά αυτή η διάκριση δεν βοηθάει στην επιχειρηματολογία αυτού του άρθρου. Γιατί ποιο είναι το όφελος να είναι κάποιος μέλος της εξωτερικής οργάνωσης της Εκκλησίας ενώ είναι αποκεκομμένος από το μυστηριακό οργανισμό Της από την ίδια την Κεφαλή της Εκκλησίας;  Επιπλέον δε θα πρέπει να θεωρήσουμε, όπως και οι συγγραφείς αυτού του άρθρου δείχνουν να θεωρούν, ότι μόνο η Οικουμενική Σύνοδος μπορεί να αποκόψει έναν αιρετικό από την εξωτερική οργάνωση της Εκκλησίας. Εφόσον αυτό είναι ένα σημαντικό σημείο ας εξετάσουμε διάφορα παραδείγματα από την ιστορία της Εκκλησίας:  

α)      Άρειος
        Πρώτα αποκόπηκε από την Εκκλησία, όχι από τους Αγίους Πατέρες της Πρώτης Οικουμενικής Συνόδου το 325 αλλά από τον δικό του Επίσκοπο, τον Άγιο Αλέξανδρο Αρχιεπίσκοπο Αλεξανδρείας, σε τοπικές Συνόδους το 321 και 323. Η Οικουμενική Σύνοδος συνεκλήθη επειδή σε μερικά τμήματα της Εκκλησίας η απόφαση του Αγίου Αλεξάνδρου αμφισβητήθηκε και έγιναν απόπειρες να ανατραπεί σε άλλες τοπικές συνόδους. Εντούτοις, η Πρώτη Οικουμενική Σύνοδος διευθέτησε το ζήτημα μια για πάντα με το να επιβεβαιώσει την απόφαση του Αγίου Αλέξανδρου- ο οποίος βέβαια είχε το πλήρες δικαίωμα να καθαιρέσει έναν από τους ιερείς του (τον Άρειο), αλλά χρειαζόταν την πρόσθετη εξουσία της «Μεγάλης και ιερής Συνόδου» της Νικαίας προκειμένου να επικυρώσει την απόφασή του.
  
β) Νεστόριος

     Αποκόπηκε πρώτα από την Εκκλησία, δια τοπικής Συνόδου στη Ρώμη υπό τον Άγιο Κελεστίνο τον Αύγουστο του 430, και έπειτα σε άλλη τοπική Σύνοδο στην Αλεξάνδρεια υπό τον Άγιο Κύριλλο. Τελικά το 431 με την Τρίτη Οικουμενική Σύνοδο στην Έφεσο επικυρώθηκαν οι αποφάσεις των τοπικών Συνόδων.

γ)  Μονοθελητισμός

        Αυτή η αίρεση καταδικάστηκε αρχικά από την τοπική Σύνοδο υπό τον Άγιο Μαρτίνο, Μάρτυρα Ρώμης το 649. Καταδικάστηκε ξανά σε άλλη τοπική Σύνοδο υπό τον Άγιο Θεόδωρο, Αρχιεπίσκοπο του Καντέρμπουρι (ενός Έλληνα από την Ταρσό), στο Χάτιφιλντ της Αγγλίας στις 17 Σεπτεμβρίου 679. Η απόφαση της Εκκλησίας της Αγγλίας μεταφέρθηκε από τον Άγιο Βινεφρίδο, Επίσκοπο του Γιορκ, στη Ρώμη όπου άλλη τοπική Σύνοδος υπό τον Άγιο Αγάθωνα, καταδίκασε την αίρεση για τρίτη φορά στις 27   Μαρτίου 680. Τελικά το 681, η Έκτη Οικουμενική Σύνοδος την αναθεμάτησε ξανά, επικυρώνοντας τις αποφάσεις των τριών Δυτικών Συνόδων.


        Θα πρέπει να επισημανθεί ότι όταν ο αιρετικός επίσκοπος Θεοδόσιος σε μια συζήτησή του με τον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή αμφισβήτησε την εγκυρότητα της  πρώτης από αυτές τις Συνόδους, αυτή του 649, με τη δικαιολογία ότι δεν είχαν συγκληθεί  από έναν αυτοκράτορα όπως οι Οικουμενικές Σύνοδοι, ο Άγιος Μάξιμος απάντησε ότι η εγκυρότητα μιας Συνόδου βασίζεται στο ότι αναγνωρίζει  «τα αληθινά κι αμετάβλητα δόγματα» και όχι ποιος τη συγκάλεσε ή πόσο γενική ήταν.

Πάλι, όταν ο ίδιος άγιος ρωτήθηκε στο παλάτι του Αυτοκράτορα γιατί δεν ήταν σε κοινωνία με το Θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως, απάντησε  «Έχουν καθαιρεθεί και στερηθεί της ιεροσύνης στην τοπική Σύνοδο που έλαβε χώρα πρόσφατα στη Ρώμη. Ποια Μυστήρια λοιπόν μπορούν να τελέσουν; Ή ποιο πνεύμα θα κατέλθει σε αυτούς που χειροτονήθηκαν από εκείνους;

δ)  Εικονομαχία

     Αυτή η αίρεση καταδικάστηκε πρώτα από την τοπική Σύνοδο στη Ρώμη υπό τον Πάπα Γρηγόριο τον Τρίτο το 731. Η απόφαση αυτή επικυρώθηκε από την Εβδόμη Οικουμενική Σύνοδο υπό τον Άγιο Ταράσιο το 787. Ο Επίσκοπος Θεοφάνης ο Αναχωρητής επισημαίνει ότι πριν από την έναρξη της Έβδομης Οικουμενικής συνόδου, ο επικείμενος πρόεδρος της, Άγιος Ταράσιος, θρηνούσε λέγοντας ότι «εμείς (η εικονομαχική Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως) αναθεματιζόμαστε από αυτούς (τις άλλες Τοπικές Εκκλησίες σε Τοπικές Συνόδους) κάθε μέρα». Δεν υπάρχει κανένας υπαινιγμός ότι ο άγιος θεωρούσε αυτές τις αποφάσεις των τοπικών συνόδων άκυρες.

Αντιθέτως, έσπευσε να φέρει την Εκκλησία του εκτός αυτών των αναθεμάτων με το να ομολογήσει την αληθινή πίστη. Επιπλέον, αυτοί οι αιρετικοί που ενώθηκαν με την Εκκλησία κατά τη διάρκεια της Συνόδου ομολόγησαν ότι είχαν μείνει εκτός της Εκκλησίας πριν από την ένωσή τους σ’Αυτή. Γι’ αυτό και διαβάζουμε στις Πράξεις της Έβδομης Οικουμενικής Συνόδου:

«Αυτά είναι τα λόγια των εικονομάχων που ενώνονται (στην Εκκλησία). Για αυτό και ο Βασίλειος, επίσκοπος Άγκυρας, είπε: « Όσο μπόρεσα, ερεύνησα το θέμα των εικόνων και προσήλθα στην Αγία Καθολική Εκκλησία με πλήρη πίστη.» Ο Θεόδωρος, Επίσκοπος Μύρων είπε: «Εκλιπαρώ το Θεό και την Αγιότητα σας να με ενώσει, εμένα τον αμαρτωλό, με την Αγία Καθολική Εκκλησία» (σελ.41, 43 στην Έκδοση της Θεολογικής Ακαδημίας Καζάν) .
Και εδώ υπάρχει η μαρτυρία των Άγίων Πατέρων της Συνόδου: «Η Αγιότης του ο Πατριάρχης Ταράσιος είπε: « Ποια θα είναι εφεξής η σχέση μας με αυτή την αίρεση που έχει προκύψει στην εποχή μας;» Ιωάννης, ο θεοφιλέστατος, τοποτηρητής του Αποστολικού Θρόνου της Ανατολής είπε: «Η Αίρεση χωρίζει κάθε άνθρωπο από την Εκκλησία» Η Ιερά Σύνοδος είπε: «Αυτό είναι ολοφάνερο.» Η Ιερά Σύνοδος είπε: «Ας διαβάσουν οι επίσκοποι που βρίσκονται ενώπιών μας τους λιβέλους τους εφόσον προσήλθαν στην Καθολική Εκκλησία.» (σελ. 48)
     
Εάν οι Τοπικές Σύνοδοι δεν είχαν την αρμοδιότητα να αποβάλλουν αιρετικούς από την Εκκλησία, θα έπρεπε να καταδικάσουμε πολλές Τοπικές Συνόδους για υπέρβαση των ορίων της αρμοδιότητας τους και πρόσληψη εξουσίας που δεν τους ανήκε. Αυτές θα μπορούσαν να συμπεριλάβουν πολλές Τοπικές Συνόδους της Εκκλησίας των πρωτοχριστιανικών χρόνων που απέβαλαν τέτοιους αιρετικούς όπως ο Μαρκίων και ο Σαβέλλιος. Οι Τοπικές Σύνοδοι της Μεγάλης Εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης ανάμεσα στον ενδέκατο και δέκατο τέταρτο αιώνα που απέβαλαν τους Ρωμαιοκαθολικούς. Οι Τοπικές Σύνοδοι στην Εκκλησία της Ρωσίας, στις οποίες προήδρευσε ο Πατριάρχη Τύχωνα και που αναθεμάτισαν τους κομμουνιστές και τους συνεργάτες τους το 1918 και τους νεομεταρρυθμιστές αιρετικούς το 1923.

Εντούτοις, η Εκκλησία που έχει το πνεύμα του Κυρίου, έχει δεχτεί όλες τις πράξεις ως νόμιμες και έγκυρες. Για να σκεφτούμε διαφορετικά, ότι δηλαδή η Εκκλησία δεν μπορεί να αποβάλλει αιρετικούς μέσω των Τοπικών Συνόδων, αλλά μόνο μέσω των Οικουμενικών- θα ήταν σαν να υποθέταμε ότι τα τελευταία 1231 χρόνια η Εκκλησία, από τότε που συνεκλήθη η τελευταία Οικουμενική Σύνοδος, έχει χάσει την δεδομένη από το Θεό δύναμη της, να λύνει και να δένει!

Του Vladimir Moss,  Ορθοδόξου Συγγραφέα
                                                                          http://www.orthodoxchristianbooks.com


0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου