Περί της καταδίκης των αιρετικών
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
Εισαγωγή
Οι συγγραφείς του άρθρου «Ως προς τη θέση των μη καταδικασμένων αιρετικών» που δημοσιεύθηκε από την Σύνοδο των Ενισταμένων, παίρνουν θέση με δύο εκκλησιαστικές τοποθετήσεις:
1. “Έχει υποστηριχθεί ότι οι οικουμενιστές και γενικότερα οι οικουμενικές εκκλησίες, έχουν ήδη απομακρυνθεί εντελώς από το Σώμα της Εκκλησίας. Είναι παρακλάδια που αυτόματα αποκόπτονται από την Άμπελο κάτι που αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι δεν έχουμε Μυστηριακή κοινωνία μαζί τους» .
2. “Έχει επίσης υποστηριχθεί ότι ο 15ος Κανόνας της Πρώτοδευτέρας Συνόδου στην Κωνσταντινούπολη, υπό τον Μέγα Φώτιο αναφορικά με τους Επισκόπους που δίδασκαν αιρέσεις και που είχαν προηγουμένως καταδικαστεί ως «ψευδοεπίσκοποι» και «ψευδοδιδάσκαλοι», άνοιξε κατά ένα τρόπο μια νέα εποχή δίνοντας μας το δικαίωμα να θεωρούμε τέτοιους Επισκόπους από δω και στο εξής αυτόματα καθηρημένους «προ Συνοδικής αποφάσεως» και εφεξής να μην τους αποδεχόμαστε ως Επισκόπους.’’
Δεν έχει ξεκαθαριστεί ποιος υποτίθεται ότι υποστηρίζει αυτές τις θέσεις, αλλά αυτό ίσως να μην είναι σημαντικό. Αυτό που μας ξαφνιάζει περισσότερο και είναι πιο σημαντικό, είναι ότι το άρθρο περιέχει μόνο μια σύντομη συζήτηση, χωρίς ονόματα ή ημερομηνίες, σχετικά με την αίρεση του οικουμενισμού και τις συνοδικές αποφάσεις εναντίον του: σχεδόν όλο το άρθρο περιστρλεφεται γύρω από μια συζήτηση γενικών αρχών που αφορούν την καταδίκη των αιρετικών κατά την διάρκεια της περιόδου των Επτά Οικουμενικών Συνόδων.
Θα συζητήσουμε αυτές τις γενικές αρχές παρακάτω. Είναι ωστόσο αναγκαίο στην αρχή να τονίσουμε ότι με το να αρνείται να συζητήσει την Εκκλησιαστική Ιστορία του εικοστού αιώνα πέρα από ένα επιφανειακό επίπεδο, το άρθρο δεν αποδεικνύει τίποτα με τον ένα τρόπο ή τον άλλο τρόπο σχετικά με τους αιρετικούς οικουμενιστές. Γιατί πώς θα μπορούσαμε να πούμε αν οι αιρετικοί οικουμενιστές είναι καταδικασμένοι ή όχι, αν δεν συζητήσουμε τις ποικίλες συνοδικές αποφάσεις που έχουν θεωρηθεί, καλώς ή κακώς, ως σχετικές με το καθεστώς τους.
Ποιος αντιπροσωπεύει την Εκκλησία;
Η μόνη συζήτηση περί οικουμενισμού στο εν λόγω άρθρο συγκαταλέγεται στο περιεχόμενο της διακήρυξης ορισμένων «βασικών αρχών» όπως:
Α. «Πρώτα από όλα , δεν είναι σωστό ή δίκαιο μια τοπική Εκκλησία να χαρακτηρίζεται ή να θεωρείται οικουμενική εξολοκλήρου, πολύ απλά επειδή ένα μεγάλο μέρος του κλήρου Της- ή κάποιες φορές ένας μικρός αριθμός- είναι επί της ουσίας οικουμενιστές: Αυτοί δε θα πρέπει να εξισώνονται με την τοπική Εκκλησία.»
Τότε ποιός θα πρέπει να εξισώνεται με την τοπική Εκκλησία; Ο πρώτος ιεράρχης; Η Σύνοδος των Επισκόπων; Τι θα συμβεί αν οι επικεφαλής των Εκκλησιών επικυρώσουν καθαρά οικουμενιστικές θέσεις δημοσιευμένες μαζί με τους ήδη καταδικασμένους αιρετικούς όπως έγινε τόσες φορές στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών από τη δεκαετία του 60, και στο Σαμπεζύ το 1990 και στο Μπάλαμαντ το 1994; Τι θα συμβεί αν οι συμπροσευχές με αιρετικούς συνεχισθούν σε υψηλότερο επίπεδο (για παράδειγμα ο πάπας και ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως στο Βατικανό ή στο Φανάρι) σε μια περίοδο δεκαετιών, αν όχι γενεών; Ψάχνουμε επί ματαίω για απαντήσεις σε αυτό το άρθρο. Καμία απάντηση δεν έχει δοθεί στο ερώτημα που προκύπτει: Ποιος μπορεί να πει ότι αντιπροσωπεύει την Τοπική Εκκλησία;
Β. «Οι Τοπικές Ορθόδοξες Εκκλησίες σήμερα είναι κατά βάση αντι-οικουμενιστικές. Η στατικότητα της σιωπηλής πλειοψηφίας δεν υποδηλώνει με κανένα τρόπο συμφωνία ή επιδοκιμασία των οικουμενιστικών δραστηριοτήτων και διδασκαλιών.»
Καμία απόδειξη δεν δίδεται για αυτήν την τόσο ξαφνική δήλωση. Στην πράξη, όλες οι αποδείξεις δείχνουν προς την αντίθετη κατεύθυνση. Για παράδειγμα το Φανάρι και το Βατικανό δείχνουν να είναι τόσο κοντά όσο ποτέ. Επίσης έχει γίνει μια αξιοσημείωτη αύξηση οικουμενικής δραστηριότητας από το Πατριαρχείο της Μόσχας από τότε που κατάπιε τους Ρώσους της Διασποράς το Μάιο του 2007, συμπεριλαμβανομένης και μιας αυξανόμενης αντιπροσώπευσης στο Παγκόσμιο Συμβούλιο των Εκκλησιών. Και πάλι ο Πατριάρχης Αντιοχείας δε δείχνει κανένα σημάδι διακοπής της κοινωνίας με τους Μονοφυσίτες και ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας φαίνεται να ακολουθεί το παράδειγμά του. Οι Τοπικές Ορθόδοξες Εκκλησίες συνεχίζουν να βαδίζουν στο μονοπάτι προς τη Ρώμη και προς άλλα αιρετικά κέντρα. Η κύρια διαμάχη τους δεν είναι με τους αιρετικούς αλλά ο ένας με τον άλλο όπως πρόσφατα απέδειξαν οι Ορθοδοξο-Καθολικές συζητήσεις στη Ραβένα.
Σχετικά με την «σιωπηλή πλειοψηφία», δεν μπορούμε να καθορίσουμε τι πιστεύουν για τον απλό λόγο ότι είναι σιωπηλοί! Αλλά αν είναι σιωπηλοί, αυτό δε σημαίνει ότι διαφωνούν γιατί όπως και ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος λέγει: « Με τη σιωπή σου μπορεί να προδώσεις το Θεό.» Πραγματικά όταν η πλειοψηφία σιωπά μπροστά σε μια τεράστια προδοσία της πίστης που γίνεται γενεές τώρα, υπάρχουν μόνο δύο πιθανά συμπεράσματα: είτε συμφωνούν με τους αιρετικούς ιεράρχες τους ή είναι πολύ αδιάφοροι σε ερωτήματα πίστης για να διαμαρτυρηθούν- γεγονός που καθιστά αυτήν την Λαοδικεία αδιαφορία προς την αλήθεια χαρακτηριστικό της οικουμενικής αίρεσης, όπως επεσήμανε ο Μητροπολίτης Νέας Υόρκης Φιλάρετος.
Σε κάθε περίπτωση οι Άγιοι Πατέρες των Οικουμενικών Συνόδων δεν πήραν τις αποφάσεις τους αφού συνέλεξαν με δημοκρατικές διαδικασίες τη γνώμη του ποιμνίου τους. Όχι μόνο δεν είχαν την τεχνολογία να πραγματοποιήσουν δημοκρατικές εκλογές αλλά θεωρούνταν άσχετες. Ένας αληθινός επίσκοπος, διάδοχος των Αποστόλων και για αυτό αντιπρόσωπος της Επισκοπής του, δεν χρειάζεται να συμβουλευτεί το ποίμνιό του προκειμένου να γνωρίζει αν μια διδασκαλία είναι αλήθεια ή αίρεση- συμβουλεύεται μόνο τη συνείδησή του και την Ιερή Παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Γ. « Δε θα πρέπει επίσης να ξεχάσουμε ότι καμία τοπική Εκκλησία δεν έχει διακηρύξει μέσω Συνόδου ότι το πρωταρχικό δόγμα της εκκλησιαστικής αίρεσης του οικουμενισμού είναι διδασκαλία της Ορθοδόξου Εκκλησίας που θα πρέπει να πιστεύεται και είναι αναγκαίο για τη σωτηρία και ούτε έχει υποστηρίξει κάτι αντίστοιχο σε κάποια Πανορθόδοξη συνέλευση .»
Η διακήρυξη του Παγκόσμιου Συμβουλίου των Εκκλησιών παραπέμπει όλα τα μέλη του στην Προτεσταντική θεώρηση της Εκκλησίας- ουσιαστικά στη οικουμενιστική θεωρία των κλάδων. Δεδομένου ότι κάθε Τοπική Εκκλησία ενέκρινε την είσοδό της στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών σε συνοδικό επίπεδο, διακηρύσσει συνοδικώς τον οικουμενισμό.
Επιπλέον υπήρξαν πολλές οικουμενιστικές αποφάσεις στο Παγκόσμιο Συνέδριο των Εκκλησιών που έχουν γίνει αποδεκτές με επίσημο τρόπο από τις Τοπικές Εκκλησίες. Για παράδειγμα, το 1982, σε ένα συνέδριο στη Λίμα του Περού, οι Προτεστάντες και Ορθόδοξοι αντιπρόσωποι στο Παγκόσμιο Συνέδριο των Εκκλησιών συμφώνησαν ότι η βάπτιση, η θεία κοινωνία και οι χειροτονίες από ανθρώπους όλων των δογμάτων θα είναι έγκυρες και αποδεκτές. Το 1983 η Σύνοδος της Εκκλησίας των Ρώσων της Διασποράς συγκεκριμένα αναθεμάτισε όχι μόνο τη θεωρία των κλάδων, αλλά επίσης κι αυτή την συγκεκριμένη διακήρυξη που συμπεριλαμβάνεται στη θεωρία των κλάδων: «σε όσους δεν διακρίνουν την ιερωσύνη και τα μυστήρια της Εκκλησίας από αυτά των Αιρετικών αλλά λένε ότι το βάπτισμα και η θεία κοινωνία των Αιρετικών είναι αποτελεσματικές για τη σωτηρία.. Ανάθεμα.»
Ένα ιδιαίτερα ξεκάθαρο παράδειγμα της επίσημης αποδοχής της οικουμενιστικής θεωρίας των Κλάδων από τις Τοπικές Εκκλησίες είναι η συμφωνία του Μπάλαμαντ το 1994 κατά την οποία Ορθόδοξοι και Καθολικοί διακηρύξαν ότι είναι αδερφές – Εκκλησίες ως «δύο πνεύμονες» στον ίδιο οργανισμό (με τους Μονοφυσίτες ως τρίτο πνεύμονα;) Η Συμφωνία του Μπάλαμαντ που υπογράφτηκε από την Ορθόδοξη πλευρά από Μόσχα, Κωνσταντινούπολη, Αλεξάνδρεια, Αντιόχεια, Ρουμανία, Κύπρο Πολωνία και Φινλανδία διακήρυξε: «Οι Καθολικοί και οι Ορθόδοξοι.. ανακαλύπτουν και πάλι εαυτούς ως αδερφές εκκλησίες» «Σε κάθε πλευρά είναι αποδεκτό ότι αυτό που ο Χριστός άφησε στην Εκκλησία του είναι η ομολογία της αποστολικής πίστης, η συμμετοχή στις ίδιες μυστηριακές τελετές και η αποστολική διαδοχή των επισκόπων και πάνω από όλα η μια ιερωσύνη που γιορτάζει τη Μια Θυσία του Χριστού- και δεν μπορεί να θεωρείται αποκλειστική περιουσία μιας από τις Εκκλησίες μας.» Η βάπτιση των μετανοούντων παπικών στην Ορθόδοξη Εκκλησία απαγορεύτηκε: «Όλες οι αναβαπτίσεις (αυτολεξεί) απαγορεύονται» Η Ορθόδοξη Εκκλησία αναγνωρίζει ότι η Καθολική Εκκλησία είναι στην ολότητα της αδερφή Εκκλησία και έμμεσα αναγνωρίζει επίσης της Ανατολικές Καθολικές Εκκλησίες» (τους Ουνίτες).«Ειδική προσοχή θα πρέπει να δίδεται και από τις δύο πλευρές στην προετοιμασία, την εκπαίδευση των μελλοντικών ιερέων όσον αφορά την νέα εκκλησιολογία, να ενημερωθούν για την αποστολική διαδοχή της άλλης Εκκλησίας και την αυθεντικότητα της μυστηριακής της ζωής έτσι ώστε η χρήση της ιστορίας για πολεμικούς λόγους να αποφευχθεί». Αυτή ήταν η επίσημη αποδοχή της οικουμενικής θεωρίας των Κλάδων.
Μερικοί υποστηρίζουν ότι αυτές οι οικουμενιστικές αποφάσεις που υπογράφτηκαν από αντιπροσώπους των Τοπικών Εκκλησιών δεν είναι δεσμευτικές, γιατί δεν επικυρώθηκαν από μετέπειτα συνόδους. Εντούτοις πρόκειται για δικολαβισμό. Από την εποχή της Πρώτης Οικουμενικής Συνόδου ήταν συνήθης πρακτική των επικεφαλής των Τοπικών Εκκλησιών να αποστέλλουν αντιπροσώπους στις Συνόδους, και οι υπογεγραμμένες αποφάσεις από αυτούς τους αντιπροσώπους γίνονταν αποδεκτές ως αντιπροσωπευτικές της πίστης των Τοπικών Εκκλησιών χωρίς την ανάγκη περαιτέρω Συνοδικής «επικύρωσης». Βέβαια είναι δυνατό για μια Τοπική Εκκλησία να απορρίψει αποφάσεις που υπογράφτηκαν από τους αντιπροσώπους της όπως η Εκκλησία της Ρώμης απέρριψε τις αποφάσεις τις Συνόδου στο Τρούλο (692) που υπογράφτηκαν από τους αντιπροσώπους της. Αλλά αυτή δεν είναι η περίπτωση των οικουμενιστικών «Συνόδων» των πρόσφατων δεκαετιών. Καμία Τοπική Εκκλησία δεν εξέφρασε κάποια διαμαρτυρία ενάντια σε αποφάσεις που υπογράφτηκαν από τους αντιπροσώπους της.
Του Vladimir Moss, Ορθοδόξου Συγγραφέα
http://www.orthodoxchristianbooks.com
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου