2η ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΕΝΙΣΤΑΜΕΝΟΥΣ
.
.
Αθήνα 8/21-9-2009
Θεοφιλέστατε ευλογείτε,
ελάβαμε την από 31/07/09 (εκ.η.) επιστολή σας στην οποία συμπεριλαμβάνονται έξι σημεία εκ των οποίων μόνο το (δ) αποτελεί την ουσία της επιστολής, δηλαδή ότι «δεν κρίνεται σκόπιμον να δωθούν απαντήσεις και μάλιστα επίσημες» στα ερωτήματα της πρώτης επιστολής μας. Επικαλείσθε δε, για να μην απαντήσετε, «τρείς σοβαρούς λόγους».
1ος Λόγος: Ότι έχουν δoθεί τεκμηριωμένες απαντήσεις κατά τη διάρκεια του διαλόγου Ενισταμένων-Εκκλησίας Γ.Ο.Χ. Ελλάδος.
Πώς είναι δυνατόν να γνωρίζει ο «ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΣ» τις προφορικές απαντήσεις που υποτίθεται έχουν δοθεί στα ερωτήματά μας, κατά την διάρκεια ενός διαλόγου ο οποίος διεξήχθη σε κλειστές συσκέψεις στις οποίες δεν συμμετείχαμε, και για τις οποίες δεν ανακοινώθηκε τίποτα επισήμως. Συνεπώς που λοιπόν θα βρούμε τις απαντήσεις στα ερωτήματά μας; (Σημείο δ1)
2ος Λόγος: Ότι έχουν απαντηθεί τα ερωτήματά μας από τα δημοσιευμένα στην ιστοσελίδα σας κείμενα.
Από τη στιγμή που η Εκκλησιολογία σας είναι υπό διαμόρφωση[1] και χρειάζεται μάλιστα εμβάθυνση, όπως στην απάντησή σας διατείνεσθε, έχετε την πεποίθηση ότι τα κείμενά σας έχουν τέτοια δογματική ακρίβεια, σαφήνεια θεολογικού λόγου και επάρκεια πατερικής τεκμηριώσεως, ώστε να θεωρείτε ότι δεν χρειάζονται περαιτέρω διευκρινίσεις σε διαπιστωμένες ασάφειες-δογματικές ανεπάρκειες; Και για του λόγου το αληθές, ιδού μεταξύ άλλων τρία αναπάντητα ερωτήματα για τα οποία δεν έχει διατυπωθεί ξεκάθαρη θέση:
α) Ποιά ήταν η κατεγνωσμένη αίρεση, που απαίτησε την επίκληση του 15ου κανόνος της Πρωτοδευτέρας και καθιστούσε την αποτείχιση του Επισκόπου Κυπριανού από την προϊσταμένη του αρχή και τη δημιουργία της κοινότητος των «ενισταμένων» δια νέων χειροτονιών, ως «πράξη επιβεβλημένη» (στ.2); Σε ποιο κείμενό σας απαντάτε σε αυτό το κρίσιμο ερώτημα;
β) Ποιοί θα συγκαλέσουν αυτή τη μέλλουσα Πανορθόδοξο Σύνοδο; Αναφέρεστε στους υποδίκους, κατά τους ιερούς κανόνες, οικουμενιστές πατριάρχες, αρχιεπισκόπους και επισκόπους των βυθισμένων στην παναίρεση του οικουμενισμού πάλαι ποτέ ορθοδόξων πατριαρχείων ή στα «προσωρινά διοικητικά σχήματα υπό μορφήν Συνόδων»; Γι αυτό το ερώτημα που ευρίσκεται η απάντηση;
γ) Εφ’ όσον «οι επίσκοποι ενσαρκώνουν και εκφράζουν εν τόπω και χρόνω την Καθολικήν, δηλαδή όλην την Εκκλησίαν» όπως υποστηρίζετε, τί τους στερεί το δικαίωμα να καταδικάζουν την αίρεση και να προφυλάσσουν έτσι το ποίμνιο από τους βαρείς και λοιμώδεις λύκους, τους αιρετικούς; Δεν είναι διάδοχοι του «χορού των Αποστόλων» (στ.10) οι Γνήσιοι Ορθόδοξοι Επίσκοποι; Κι αν οι Γνήσιοι Ορθόδοξοι Επίσκοποι δεν είναι διάδοχοι των Αγίων Αποστόλων, τότε ποιοί είναι; Πότε και σε ποιό κείμενό σας απαντάτε σ’αυτό; Στο σημείο αυτό έχετε δώσει την εντύπωση ότι αμφισβητείτε την αποστολική διαδοχή της Εκκλησίας Γ.Ο.Χ. Ελλάδος. Θεωρούμε ότι έχετε την ηθική υποχρέωση να ξεκαθαρίσετε τη θέση σας.
3ος Λόγος: Ότι τα ερωτήματά μας κινούνται εντός ενός κλίματος σχολαστικισμού και κειμενοκεντρισμού.
Προβήκαμε σε μία έκθεση ερωτημάτων βασισμένων σε δική σας ανακοίνωση και εξ αφορμής αυτής και ακροθιγώς στην προβληματική και άλλων κειμένων σας. Και αυτό γιατί, όπως και εσείς παραδέχεσθε, μεταχειρίζεσθε πλειστάκις αμφίσημες, διφορούμενες δηλαδή διατυπώσεις, οι οποίες συνεπώς εγείρουν έντονο προβληματισμό και αμφισβήτηση.[2] Μάλιστα ισχυρίζεσθε ότι η Ιερά Παράδοση «..εγνώριζεν ανέκαθεν ακόμη και τας αμφισήμους διατυπώσεις να εκκλησιοποιεί προ του μείζονος αγαθού της Ενότητας..» (!). Μείζον αγαθόν η ενότητα ή η δογματική ακρίβεια; Πότε οι Πατέρες ανέχθηκαν τις συνήθως αμφίσημες διατυπώσεις των αιρετικών; Επιτρέπονται νεολογισμοί νομικίστικου πνεύματος καθώς και αμφίσημες, διφορούμενες, ασαφείς και θολές διατυπώσεις σε δογματικά θέματα;[3] Πώς χαρακτηριζόμαστε «σχολαστικοί και κειμενοκεντρικοί» όταν οφείλουμε άπαντες σε θεολογικά-δογματικά κείμενα να είμαστε ακριβείς μέχρι κεραίας;
Περί της διακοπής του διαλόγου
Διατείνεστε επιμόνως ότι ο Διάλογος «έληξεν αποτόμως και απροόπτως» χωρίς αυτό να είναι θέληση της Επιτροπής σας, αφήνοντας να εννοηθεί ότι ήταν επιθυμία της Επιτροπής της Εκκλησίας των Γ.Ο.Χ. κάτι που δεν τεκμηριώνεται από τα δημοσιευθέντα κείμενα του Διαλόγου. Αντιθέτως αυτό που αβίαστα συμπεραίνει ο αντικειμενικός αναγνώστης τους είναι ότι ο «Ανεπίσημος Διάλογος» έληξε αφού δεν διαπιστώθηκε «ταυτότης πίστεως» και αφού δεν είχε εκδηλωθεί προηγούμενη επιθυμία σας για τη συνέχισή του με πιο επίσημη μορφή.
Ζητήσατε εκ των υστέρων «Επίσημο Διάλογο» προς «πληρέστερη εμβάθυνσιν της εκκλησιολογικής αυτοσυνειδησίας αμφοτέρων των μερών»(!)[4] όταν εκ των προτέρων:
α) έχετε ζητήσει «γενναιόψυχον υπέρβασιν» των διαφορών και του «βεβαρυμένου θεματολογίου» περιμένοντας κανείς να αντιπροτείνετε εσείς τα θέματα που θα θέλατε να τεθούν προς συζήτηση και
β) από την άλλη δεν θεωρείτε τα δέκα σημεία της Εκκλησίας μας πρωτευούσης σημασίας και άρα μη «αναγκαίες προϋποθέσεις ευχαριστιακής κοινωνίας» (Β.3.), περιμένοντας συνεπώς κανείς να προβείτε στην αποδοχή τους προς χάριν της ενότητος.
Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν επράξατε, παρά μόνο εζητήθη παύση των θεολογικών συζητήσεων και ένωση – συγκόλληση[5] με την Εκκλησία Γ.Ο.Χ. Ελλάδος υφισταμένων των εκκλησιολογικών διαφορών. Ενότητα δηλαδή χωρίς την εξασφάλιση της κοινής πίστεως.[6] Και ύστερα απ’ όλα αυτά πως είναι δυνατόν να ισχυρίζεσθε ότι τα κείμενα και οι ενέργειες σας «δεν απέβλεπαν εις το αδιέξοδον και την διακοπήν των διαβουλεύσεων»;
Αν εξ αρχής είχε εκδηλωθεί (και όχι μετά την διακοπή) η επιθυμία σας για «Επίσημο Διάλογο» και περαιτέρω συζήτηση των εκκλησιολογικών διαφορών, τότε έχουμε την πεποίθηση ότι θα δινόταν συνέχεια στην θεάρεστη αυτή ενωτική κίνηση σας, που θα οδηγούσε στην άρση της καθαιρέσεως του βαρέως νοσούντος γέροντός σας [7] και την θεραπεία του σχίσματος.
Περί της Εγκυκλίου του 1995
Έχετε επισήμως παραδεχθεί στην Ανακοίνωση σας, ότι τελείτε εν ενστάσει και αποτειχίσει όχι μόνο από τους «ακρίτους αιρετικούς», δηλαδή την οικουμενιστική κρατούσα Εκκλησία του Ν.Η. την οποία δεν αναγνωρίζετε πλέον ως «Μητέρα Εκκλησία» (στ.4), αλλά και ταυτόχρονα από την Εκκλησία Γ.Ο.Χ. Ελλάδος από το 1984 (στ.2) προσδιορίζοντας ακόμη και το έτος 1985 ως ημερομηνία εμφανίσεως των «ενισταμένων».
Από την στιγμή που παραδέχεσθε ότι είστε διηρημένοι από την Εκκλησία μας (αυτό που στην εκκλησιαστική γλώσσα ονομάζεται σχίσμα, κι όχι διάσταση ή διαίρεση) πώς απορείτε που η Εγκύκλιος 2/19-9-1995 σας θέτει εκτός Εκκλησίας; Επιπλέον, πώς αποτελεί τώρα η εν λόγω Εγκύκλιος εμπόδιο στην απάντηση των ερωτημάτων μας και όχι τότε στη διεξαγωγή του διαλόγου σας με την Εκκλησία των Γνησίων Ορθοδόξων;
Θεωρούμε πως η Εκκλησία Γ.Ο.Χ. Ελλάδος έχει κάθε δικαίωμα να μεριμνά δια τα τέκνα της και να τα αποτρέπει όταν χρειάζεται για ποιμαντικούς λόγους από κείμενα που εμπεριέχουν, σύμφωνα με τον συγγραφέα τους, αμφίσημες και ασαφείς διατυπώσεις που μπορούν έτσι να οδηγήσουν ακόμα και σε πλάνη.
Περί της αρνήσεως απαντήσεως στα καίρια ερωτήματά μας
Παρατηρείται συχνά στα κείμενα των Ενισταμένων, ακόμη και στα δογματικά – εκκλησιολογικά, η ύπαρξη δύο γραμμών, μιας «επίσημης» (συνοδικής) και μιας «ανεπίσημης», οι οποίες μάλιστα έρχονται πολλές φορές σε αντίθεση μεταξύ τους.[8] Τον ίδιο χαρακτηρισμό χρησιμοποιήσατε και στον Διάλογο.[9] Αυτόν τον χαρακτηρισμό επικαλείσθε και τώρα για να μη δώσετε, καθώς λέτε, «επίσημες απαντήσεις». Είναι υποτιμητικό για σας να εισέλθετε στην διαδικασία απαντήσεως σε απλούς πιστούς που διαβάζουν τα κείμενά σας και ευλόγως σας ζητούν να διασαφήσετε τη θέση σας;
Παρ’ αυτά, δεν ζητήσαμε «διάλογο σε άλλο επίπεδο» παρά μόνο διευκρινήσεις [10] για ασαφείς και αμφίσημες διατυπώσεις σοβαρών θεολογικών ζητημάτων που υπάρχουν στο δικό σας κείμενο και που για πρώτη φορά διατυπώνετε. Θεωρούμε πως έχετε την ηθική υποχρέωση να δώσετε απαντήσεις και να διασαφήσετε τη θέση σας.
Μετά του προσήκοντος σεβασμού,
«Ο Εκκλησιαστικός»
Κοιν.: Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας Γ.Ο.Χ. Ελλάδος
.
.
.
[3] Scripta Manent, Verba Volant. Εν τη ρύμη του λόγου, είναι φυσικό και μέχρι ενός σημείου αποδεκτό να μην διατυπώνονται με ακρίβεια οι σκέψεις. Στο γραπτό όμως λόγο υπάρχει η ευχέρεια και η δυνατότητα του ελέγχου και της ακρίβειας των λόγων μας ώστε να αποκλείεται το ενδεχόμενο παρερμηνείας.
[4] Η Εκκλησία Γ.Ο.Χ. Ελλάδος είναι συνεπής στην πίστη της, έχει ξεκάθαρη εκκλησιολογική αυτοσυνειδησία και δεν έχει ανάγκη περαιτέρω εμβάθυνσης.
[5] Ένωση-συγκόλληση με την Εκκλησία ή με μια κοινότητα-προσωρινό διοικητικό σχήμα υπό μορφήν συνόδου..;
[7] Για τον οποίον εκφράζουμε την συμπάθειά μας και την ευχή ο Θεός να τον απαλλάξει από αυτήν την δυσάρεστη κατάσταση.
[8] Βλέπε η μη υιοθέτηση από τα «επίσημα κείμενα,» του «ανεπίσημα» διατυπωμένου όρου «Μητέρα Εκκλησία» καθώς και η απόσυρση «προβληματικών» ανεπίσημων κειμένων από την ιστοσελίδα.
[9] Διευρύνοντας έτσι τα περιθώρια για διφορούμενες ερμηνείες των λεχθέντων και γενομένων στις συνεδριάσεις
5 σχόλια:
Η σχισματική παλαιοημερολογίτικη παράταξη του Κιούση "έβαλε τα δύο πόδια σε ένα παπούτσι" στους καημένους τους ενιστάμενους παλαιοημερολογίτες του Κυπριανού, αντί να καταλάβει ότι οι του Κυπριανού είναι πολύ σωστότεροι. Εξυπνάδες γράφουν, τροφοδοτώντας ακόμη παραπάνω τη γνωστή παλαιοημερολογίτικη φαγωμάρα.
Μπορείς να τεκμηριώσεις τα γραφόμενα σου;
Μόνο τα "δύο πόδια"..? η εκκλησιολογία τους είναι σαν σαρανταποδαρούσα που ξεγλιστράει.
Και τα 40 πόδια τους έβαλαν σε ένα παπούτσι!
Τώρα αν είναι σωστότεροι...(αν και έχει αποδειχθεί ότι δεν είναι) μέλλει να φανεί ξεκάθαρα!
Πολύς σχολαστικισμός βρε παιδιά! Για πάντα διασπασμένοι οι παλαιοημερολογίτες και για πάντα χώρια από την Εκκλησία της Ελλάδος; Πού οδηγούν όλα αυτά; Μήπως σε νέες διασπάσεις; Και οι Ενιστάμενοι καλά θα κάνουν να απαντήσουν.
Αγαπητέ φίλε ανώνυμε, αν σχολαστικισμός είναι η ορθή ερμηνεία των πατέρων και πιστή τήρηση των δογμάτων, τότε ναι είμαστε σχολαστικοί.
Η παραπάνω επιστολή δεν είναι τόσο σημαντική όσο η πρώτη η οποία έχει περισσότερο θεολογικό ενδιαφέρον.
http://www.ekklisiastikos.com/2009/08/blog-post_326.html
Οι ενιστάμενοι έχουν στείλει ήδη μία απάντηση η οποία είναι μη δημοσιεύσιμη μέχρι ολοκληρώσεώς της.
Δημοσίευση σχολίου