Διάλογος δια την αλήθειαν και την δικαιοσύνην
.
Του Ζήση Τσιότρα, Θεολόγου-Παιδαγωγού
.
Μέρος
δεύτερον
.
Στο πρώτο μέρος του άρθρου μας παρουσιάσαμε
περιληπτικά την πορεία του διαλόγου της Εκκλησίας Γ.Ο.Χ Ελλάδος μετά της
Συνόδου των Ενισταμένων και προέβημεν σε κρίσεις και συμπεράσματα ακροθιγώς. Επειδή η προσπάθεια καταλλαγής και ενότητος
μεταξύ των Ορθοδόξων Χριστιανών, που μάχονται ηρωϊκώς εναντίον της παναιρέσεως του Οικουμενισμού
είναι έργο ευλογημένο και θείο, κάτω απ’ αυτό το πρίσμα και με καλοπροαίρετη
διάθεση επανερχόμαστε στο ίδιο θέμα, με την
ελπίδα να συμβάλουμε θετικώς στην υπόθεση.
Με την αρθρογραφία αυτή επιδιώκουμε την
αλληλοκατανόηση και την καταλλαγή. Δεν είναι στους στόχους μας ούτε η πολεμική
ούτε η άσκοπη έριδα. Το τονίζουμε αυτό ιδιαιτέρως, για να ξεκαθαρίσουμε από την
αρχή τις προθέσεις μας. Μοναδικός μας σκοπός είναι να υπηρετήσουμε την Αλήθεια
και την Δικαιοσύνη, τις θείες και αιώνιες αυτές αρχές. Στη συνέχεια δε επάνω σ’
αυτές να οικοδομηθεί η κοινωνία της ενότητος και της αγάπης των χωρισμένων
αδελφών.
Ο διάλογος που προηγήθηκε μεταξύ της Εκκλησίας μας
και της Ι. Συνόδου των Ενισταμένων μας παρακίνησε να εγκύψουμε με προσοχή στην
εκκλησιολογική τοποθέτηση τους. Η μελέτη
των δημοσιευμένων στην ιστοσελίδα τους εκκλησιολογικών τους θέσεων, μαζί με τις εκατέρωθεν δημοσιεύσεις των αποτελεσμάτων
του διαλόγου, μας έβαλε σε σκέψεις και περισυλλογή. Είδαμε δε ότι οι
τοποθετήσεις των Αγιοκυπριανιτών πατέρων διακρίνονται από αμφισημία. Τα κείμενά
τους μπορούν να εννοηθούν και έτσι κι αλλιώς. Οι τοποθετήσεις τους είναι και
ναι και όχι.
Επειδή θέλουμε να πιστεύουμε ότι κάνουν έναν έντιμο
αγώνα κατά του Οικουμενισμού και επειδή η ενότητα των Ορθοδόξων είναι ανάγκη,
θα πρέπει οι αγαπητοί Ενιστάμενοι να
διασαφήσουν τις εκκλησιολογικές τους θέσεις με έναν λόγο ευθύ, ξεκάθαρο
και ίσιο, άνευ υποκρίσεως όπως παραγγέλλει ο Κύριος: «ήτω δε υμών το ναι ναι, και το ου
ου, ίνα μη εις υπόκρισιν πέσητε.» (Ιακώβου Ε’ 12). Θα θέλαμε, δηλαδή,
να κατανοήσουμε πλήρως τις θέσεις τους και να δούμε αν ταυτιζόμαστε στην
Αλήθεια και την Ορθοδοξία. Αυτή η ταύτιση πάνω στην αλήθεια είναι ο αρραγής και
ακλόνητος λίθος, επάνω στον οποίο μπορούμε να
οικοδομήσουμε την ενότητά μας.
Η έως τώρα πάγια τακτική των αγαπητών Ενισταμένων
είναι να αποφεύγουν τους δημοσίους διαλόγους, υποψιάζομαι πως και τους κατ’
ιδίαν γραπτούς, για να μη βρεθούν στη δίνη αντιπαραθέσεων, ερίδων και
σχισμάτων. Αυτό ως ένα βαθμό το κατανοούμε και το δικαιολογούμε. Πλην όμως δεν
πρέπει η αδιάκριτη εφαρμογή αυτής της τακτικής να αποτελέσει πρόσκομμα στο να
παρρησιάζεται η αλήθεια και να διαλέγεται, διαφορετικά ο καθένας
αυτοπροσδιορίζεται, περιχαρακώνεται και πορεύεται μια οδό πονηρή, ιδιόρρυθμη
και σφαλερή. Δεν είναι τυχαίο ότι την
ίδια τακτική ακολουθούν και οι παμπόνηροι, όπως ο πάτρωνάς τους, Οικουμενιστές,
οι οποίοι ποτέ δεν μπαίνουν σε διάλογο και ούτε καταδέχονται να αντικρούσουν η
να δικαιολογηθούν για τις βάσιμες κατηγορίες των Ορθοδόξων εναντίον τους. Δεν
θέλουμε βεβαίως να παραλληλίσουμε τους χώρους, αλλά η ομοιότητα είναι
καταπληκτική. Πορεύονται τον δρόμο τους περιφρονώντας και υποτιμώντας τους
αγωνιώντας Ορθοδόξους. Την ίδια τακτική ακολούθησαν οι αγαπητοί Ενιστάμενοι και
έναντι του μακαριστού, σοφού και ζηλωτού θεολόγου πατρός Θεοδωρήτου, όταν
έγραψε την επιστολή του «Προς Ανδρέαν», αναφερόμενος στο σχίσμα του
μητροπολίτου Κυπριανού. Η απάντηση τους ήταν σιγή ιχθύος. Ελπίζουμε να
κατανοούν οι αγαπητοί Αγιοκυπριανίτες πατέρες το πόσο απαραίτητο είναι να διασαφίζουν τις εκκλησιολογικές τους
θέσεις. «έτοιμοι δε
αεί προς
απολογίαν παντί
τω αιτούντι υμάς λόγον περί της εν υμίν
ελπίδος».(
Α’Πετρου γ’ 15)
Κρίσεις σχετικά με τις εκκλησιολογικές τους θέσεις
Στο επίσημο κείμενό τους προς την Εκκλησία Γ.Ο.Χ
Ελλάδος σχετικά με τον πρόσφατο διάλογο, με τον τίτλο «Έληξεν ο ανεπίσημος
διάλογος», χρησιμοποιούν όρους και έννοιες, οι
οποίες δεν είναι καθιερωμένες στην θεολογική και εκκλησιαστική γλώσσα. Αντί του
όρου Εκκλησία προτιμούν τον όρο Εκκλησιαστική
Κοινότητα η τον όρο Προσωρινά
Διοικητικά Σχήματα.[1]
Λαμβάνοντας υπ’ όψιν και τις επιφυλάξεις τους να
δεχθούν έναν από τους αδιαπραγμάτευτους όρους που τους τέθηκε ότι: «οι αρμόδιοι δια την καταδίκην των αιρέσεων ήσαν
πάντοτε οι παραμένοντες εις την Ορθοδοξίαν Επίσκοποι, ασχέτως του αριθμού των η
της συμπεριλήψεως πατριαρχών μεταξύ αυτών. Οι Γ.Ο.Χ Επίσκοποι έχουν σήμερα το
δικαίωμα της καταδίκης του Οικουμενισμού και κάθε αιρέσεως.», καθώς και
κάποιες άλλες επιφυλάξεις τους, συμπεραίνουμε ότι κάτω από τους όρους που
αρέσκονται να χρησιμοποιούν, υποβόσκει μία διαφορετική αντίληψη για το τι και
ποιά είναι η Εκκλησία. Είναι προφανές ότι οι αγαπητοί Ενιστάμενοι θέλουν να
πουν κάτι παραπέρα από τον καθιερωμένο θεολογικά και εκκλησιολογικά όρο
Εκκλησία.
Τι θέλουν όμως να πουν;
Αυτό είναι ένα ερώτημά μας και περιμένουμε μια
ειλικρινή και ευθεία απάντηση.
Ένα ακόμη σημείο που προκαλεί έντονο προβληματισμό,
για το πως αντιλαμβάνονται οι αγαπητοί Ενιστάμενοι την Εκκλησία των Γ.Ο.Χ, αλλά
και την δική τους Εκκλησιαστική Κοινότητα, όπως αρέσκονται να την αποκαλούν,
καθώς και τους ποιμένες αυτών, αρχιερείς και ιερείς είναι αυτά τα οποία λένε
στο προαναφερόμενο κείμενό τους «Έληξεν ο Ανεπίσημος Διάλογος» και συγκεκριμένα
στην απάντησή τους στο 10ο και τελευταίο σημείο, όπου λέγουν χαρακτηριστικά:
«Το
ανάθεμα – καταδίκη δεν είναι έργον ούτε των επί μέρους πιστών, ούτε εκείνων των
Εκκλησιαστικών Διοικητικών Οργανισμών, των εχόντων μεν προσωρινήν μορφήν
Συνοδικών Σωμάτων, μη συγκεντρούντων όμως απάσας εκείνας τας ιεροκανονικάς
προϋποθέσεις, ώστε η καθ’ όλου Εκκλησία να εκπροσωπήται υπ’ Αυτών πλήρως, εγκύρως και αρμοδίως προς κήρυξιν αναθέματος –
καταδίκης.
Δικαιώματος
και «αξίας» τοιαύτης «ηξίωται» ο χορός των Αποστόλων «και οι κατά πάσαν ακρίβειαν τούτων ως αληθώς γεγονότες διάδοχοι,
πλήρεις χάριτος και δυνάμεως» (Ιερού Χρυσοστόμου), αδυνατούμεν δε να
κατανοήσωμεν την σύγχρονον βεβιασμένην τάσιν προς αναθεματισμόν – καταδίκην,
εφ’ όσον άχρις υπάρξεως τοιούτων διαδόχων,
«πας ορθοδοξών κατά πάντα, πάντα αιρετικόν δυνάμει, καν ου ρήματι,
αναθεματίζει» (Οσίου Θεοδώρου Στουδίτου) .
Από τα ανωτέρω σχολιάζουμε μόνο το: Δικαιώματος και «αξίας» τοιαύτης «ηξίωται» ο
χορός των Αποστόλων «και οι κατά πάσαν
ακρίβειαν τούτων ως αληθώς γεγονότες διάδοχοι, πλήρεις χάριτος και δυνάμεως» και
το: «άχρις υπάρξεως τοιούτων διαδόχων».
Είναι όντως
απορίας άξιον το πως γίνεται, οι Αρχιερείς της Εκκλησίας μας, να μην θεωρούνται
από τους αγαπητούς Ενισταμένους αληθείς
διάδοχοι των Αποστόλων πλήρεις χάριτος και δυνάμεως; Μήπως στερούνται άραγε της
Αποστολικής Διαδοχής; Μα και οι ίδιοι τονίζουν ότι έχουν την αποστολικήν
διαδοχήν από την Εκκλησίαν των Ρώσων της Διασποράς η οποία είναι αναγνωρισμένη
υφ’ απάντων. Μήπως άραγε υστερούν εις την ορθήν ομολογίαν της πίστεως; διότι
είναι βασικοτάτη εκκλησιολογική αρχή, η
Αποστολική Διαδοχή να συνοδεύεται πάντοτε και από την διαδοχήν εις την ορθήν
πίστιν. Δεν είναι δυνατόν να θεωρείται κάποιος αρχιερεύς, γνήσιος διάδοχος των
Αποστόλων κατά πάσαν ακρίβειαν, εάν δεν συνυπάρχουν στο πρόσωπό του η ορθόδοξος
πίστις και ομολογία μαζί με την χειροτονία του από κανονικόν ορθόδοξον
αρχιερέα. «Και τρόπον μέτοχος και θρόνον διάδοχον των Αποστόλων γενόμενος
την πράξιν εύρες θεόπνευστε εις θεωρίας επίβασιν» ψάλλει η Εκκλησία. Αλλά
αμφισβητούν οι αγαπητοί Ενιστάμενοι κάποια από τις προαναφερόμενες
προϋποθέσεις; Μας φαίνεται εντελώς ακατανόητον διότι σε μία τέτοια περίπτωση
θέτουν πρωτίστως τον εαυτόν τους έξω παντελώς από την Αγίαν, Καθολικήν,
Ορθόδοξον Εκκλησίαν. Μήπως για τον ίδιο λόγο προτιμούν να αυτοαποκαλούνται Εκκλησιαστική
Κοινότητα η Προσωρινό Διοικητικό Σχήμα, αντί του όρου Εκκλησία; Δεν
πιστεύουμε ότι συμβαίνει κάτι τέτοιο, αλλά ότι νιώθουν ότι χρειάζεται να
εμβαθύνουν στην εκκλησιολογική τους αυτοσυνειδησία όπως οι ίδιοι το αναφέρουν
σε κείμενό τους.
Έστω κι αν
όλα αυτά θα μπορούσαν να είχαν συζητηθεί διεξοδικά μεταξύ των αρχιερατικών
επιτροπών, πιστεύουμε ότι δεν είναι ούτε άκαιρο ούτε αδιέξοδο να δούμε έστω και
τώρα μία επίσημη τοποθέτηση των αγαπητών Αγιοκυπριανιτών πατέρων στους
προβληματισμούς αυτούς. Είναι μάλιστα άκρως αναγκαίο και απαραίτητο, αφού
μπορεί να προκαλέσει το έναυσμα για μία
επανεκκίνηση του παυθέντος διαλόγου.
Δικαιολογημένα , λοιπόν, η Ι. Σύνοδός μας, σε έναν
από τους δέκα όρους της προς τους
Ενισταμένους θεωρεί αναγκαία και απαραίτητη προϋπόθεση να προσφωνείται απ’
αυτούς και να αναγνωρίζεται ως Εκκλησία Γ.Ο.Χ Ελλάδος. Κι αυτό διότι πιστεύουμε
κι έχουμε ακράδαντη την πεποίθηση ότι εκφράζουμε σε όλη την πληρότητά της την
Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν, και ότι είμεθα η συνέχειά της
και έχουμε ως πνευματική κληρονομιά (περιουσία) το πλήρωμα της Πεντηκοστής.
Δηλαδή, την ιερατική, την βασιλική, και την προφητική εξουσία. Οι δε Αρχιερείς
και Ιερείς μας είναι «
κατά πάσαν ακρίβειαν ως αληθώς διάδοχοι
των αποστόλων πλήρεις χάριτος και
δυνάμεως» Συνέπεια δε αυτής της
ακραδάντου πεποιθήσεως μας είναι και το δικαίωμα του καταδικάζειν,
αναθεματίζειν και αφορίζειν εκ του σώματός της κάθε αιρετικόν, σχισματικόν ή
αποσυνάγωγον.
Τέτοιοι, λοιπόν, όροι είναι νεολογισμοί και
προκαλούν βάσιμες υποψίες ως προς την ορθόδοξη ταυτότητα των Ενισταμένων.
Εκκλησία-Αίρεση-Σχίσμα
Δύο ακόμη στοιχεία που προκύπτουν από την
εκκλησιολογική τοποθέτηση των Αγιοκυπριανιτών πατέρων και δείχνουν σαφέστατα
αντορθόδοξες εκκλησιολογικές θέσεις είναι:
α) η άποψή τους για τους ακρίτους αιρετικούς, όπως
ονομάζουν όλους τους Οικουμενιστές ιεράρχες, και
β) η ασαφής και θολή τοποθέτησή τους για τα διάφορα
σχίσματα που συνέβησαν στην Εκκλησία Γ.Ο.Χ Ελλάδος.
Με την καινούρια και ιδιότυπη θεωρία τους περί των
ακρίτων αιρετικών κατορθώνουν να εισαγάγουν στο χώρο της άσπιλης του Χριστού
Εκκλησίας ως μέλη, ασθενή τάχα, τους αιρετικούς Οικουμενιστές. Έτσι μέλη της
Εκκλησίας δεν είναι μόνον οι ορθήν ομολογίαν έχοντες αλλά και οι αιρετικήν. Συνυπάρχει, δηλαδή,
στην Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία η Αλήθεια με το ψεύδος, η ευσέβεια
με την βλασφημία. Έρχονται έτσι σε ευθεία αντίθεση με την ορθή περί εκκλησιολογίας
αντίληψη των αγίων, όπως π.χ. διαφαίνεται στον Άγιο Ισίδωρο τον Πηλουσιώτη (370-450 μ.Χ.) όταν γράφει: "Το
άθροισμα των αγίων, το εξ ορθής πίστεως και πολιτείας αρίστης
συγκεκροτημένον, καλείται Εκκλησία". (MPG 78, 685 A )
Η ορθή,
λοιπόν, πίστις καθώς και η αρίστη πολιτεία ποιεί τινά να παραμένει της
Εκκλησίας μέλος. Το ίδιο ακριβώς λέγει και ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης στην επιστολήν
του προς την Σπαθαρίαν Μαχαρά P.G. 99, 1668.
Γράφει: «Το
γαρ κοινωνείν παρά αιρετικού η προφανούς διαβεβλημένου κατά τον βίον, αλλοτριοί
Θεού, και προσοικειοί τω διαβόλω.» Όχι μόνον
το αιρετικόν φρόνημα αποξενώνει από την Εκκλησία του Θεού, αλλά ακόμη και οι
έχοντες πονηρόν βίον, όπως οι πόρνοι, οι
μοιχοί, οι αρσενοκοίτες, οι άδικοι, οι πλεονέκτες κ.λ.π. οι οποίοι συνεχίζουν
να ζουν αμετανόητα. « 9 η
ουκ οίδατε ότι άδικοι βασιλείαν Θεού ου κληρονομήσουσι; μη πλανάσθε· ούτε
πόρνοι ούτε ειδωλολάτραι ούτε μοιχοί ούτε μαλακοί ούτε αρσενοκοίται 10 ούτε
πλεονέκται ούτε κλέπται ούτε μέθυσοι, ου λοίδοροι, ουχ άρπαγες βασιλείαν Θεού
ου κληρονομήσουσι.» (Α’ Κορινθίους 9-10)
Επικαλούνται
οι αγαπητοί Αγιοκυπριανίτες πατέρες προς επίρρωσιν των θέσεών τους χωρία
πατέρων, και ιδιατέρως της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου, τα οποία σαφώς δεν
ερμηνεύουν ορθά και για τα οποία προτιθέμεθα να επανέλθουμε αναλυτικότερα.
Την ιδίαν τακτικήν ακολουθούν και έναντι των
σχισμάτων και των σχισματικών. Δεν θέλουν και δεν μπαίνουν στον κόπο να
καταδικάσουν τα αναφανέντα στην Εκκλησία
σχίσματα και να διασαφήσουν τα όριά της. Πως θα μπορούσαν εξ άλλου να το
πράξουν, όταν και οι ίδιοι είναι ένοχοι με σχίσμα έναντι της Εκκλησίας, η οποία
τους τίμησε με το αξίωμα της αρχιερωσύνης;
Αυτά τα δύο παραδείγματα καταδεικνύουν ότι εν τοις
πράγμασι οι Αγιοκυπριανίτες πατέρες έχουν «ξεχειλώσει» τραγικά την ορθόδοξη εκκλησιολογία.
Έχουν εισαγάγει στην Ορθόδοξη Εκκλησία νέες αντιλήψεις και θεωρήσεις, οι οποίες
προσιδιάζουν πολύ με αυτή των Οικουμενιστών και με την θεωρία των κλάδων. Ο
Οικουμενισμός δεν είναι, όπως φαίνεται, απλά άλλη μια αίρεση. Είναι μια
σκοτεινή πνευματική ατμόσφαιρα που άπτεται κάθε εκδήλωσης και σκέψης του
ανθρώπου, αφού ως άρνηση της Πίστεως στον Μοναδικό Θεό και Σωτήρα του
ανθρωπίνου γένους, εκτροχιάζει τον άνθρωπο από τον Φωτοδότη Κύριό μας Ιησούν Χριστόν και τον
καταβαραθρώνει στο σκότος του κακού. Δεν
είναι μία ιδέα που κηρύσσεται μόνο σε θεωρητικό επίπεδο. Κυλάει μέσα στο αίμα
όλης της ανθρωπότητος και την δηλητηριάζει, την αποσυνθέτει και την νεκροποιεί.
Για την ορθόδοξη όμως εκκλησιολογία η Εκκλησία
είναι ΜΙΑ, ΑΓΙΑ, και ΑΔΙΑΙΡΕΤΗ. Μέσα σ’ αυτήν δεν υπάρχουν αιρέσεις, σχίσματα,
βλασφημίες, έριδες, έκκλητος βίος, άλλά ορθή ομολογία, ενότης, δοξολογία, αγάπη
ανιδιοτελής και ανυπόκριτος και ηγιασμένος βίος. «Επεί από των αποστόλων και
κατόπιν, πολλαχώς πολλαί αιρέσεις προσερράγησαν αυτή και ρυπάσματα άθεσμα και
ακανόνιστα επεπόλασαν, ώσπερ και το νυν, αλλά μην αυτή τω προειρημένω τρόπω
άσχιστος και αμώμητος διαμεμένηκε, και διαμενεί έως του αιώνος, υπεξαιρουμένων
και αποπεμπομένων απ’ αυτής των κακώς φρονησάντων και πραξάντων, ώσπερ εξ
ασείστου και παραλίου πέτρας τα προσρρήσοντα κύματα.» (Αγίου Θεοδώρου του
Στουδίτου, Επιστολή Βασιλείω μονάζοντι P.G. (99, 1001).
Με αυτές τις παρατηρήσεις κλείνουμε και το δεύτερο
μέρος του άρθρου μας και προτιθέμεθα να συνεχίσουμε με ένα τρίτο περί
κεκριμένων και ακρίτων αιρετικών. Τονίζουμε δε πάλι στον επίλογό μας ότι
γράφουμε μόνο για να παρουσιάσουμε την αλήθεια των πραγμάτων κι όχι να
προσβάλλουμε, να εκθέσουμε η να πολεμήσουμε αδελφούς. Το πνεύμα της ευθύτητος
και της αδιαλείπτου μετανοίας βοηθάει τον καθένα μας να ευθυγραμμίζει την ζωή
του και την πίστη του επάνω στον αλάθητο κανόνα της ευσεβείας και ζωής, όπως
μας τα παρέδωσε η Εκκλησία δια των σεπτών αγίων Πατέρων μας.
[1] «Η
Ορθόδοξος Κοινότης των Ενισταμένων είναι βεβαίως Εκκλησιαστική, διότι έχει ως ορατόν κέντρον και κεφαλήν των
Ευχαριστιακών Συνάξεων Αυτής Ορθοδόξους Επισκόπους, οι οποίοι κέκτηνται
αδιαμφισβήτητον κανονικήν και έγκυρον χειροτονίαν και διαδοχήν, ως άλλωστε
επεβεβαιώθη και δια της ευχαριστιακής κοινωνίας των μετά της ανεγνωρισμένης υφ'
απάντων Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας της Διασποράς: αυτοί προΐστανται των
Συνάξεων, κηρύττουν τον θείον λόγον και προσφέρουν την Ευχαριστίαν, ως «εικόνες
Χριστού» του Μεγάλου Αρχιερέως και ως προκαθήμενοι «εις τόπον Θεού», κατά τον
Άγιον Ιγνάτιον Αντιοχείας (πρβλ. ΡG τ. 5, στλ. 668) ».
2 σχόλια:
Συγγνώμη ρε παιδιά, τί είναι πάλι οι "άκριτοι" αιρετικοί; Που τους βρήκαν αυτούς τους όρους οι Κυπριανίτες; Δηλαδή αν πεθάνουν στην αίρεση σώζονται; Ο νεκρός για παράδειγμα, για να σιγουρευτούμε οτι πέθανε,χρειαζόμαστε τη βεβαίωση του γιατρού; Μεχρι δηλαδή την υπογραφή του γιατρού δεν υπάρχει θάνατος; Και αφού οι Κυπριανίτες αισθάνονται κατα βάθος οτι δεν είναι Εκκλησία (πράγμα λογικό γιατί γνωρίζουν pol;y καλά οτι είναι σχισματικοί--> άρα και δεν μπορούν να καταδικάσουν αιρετικούς), γιατί δεν δέχονται οτι η Εκκλησία των Γ.Ο.Χ. έχει και το κύρος και τη δύναμη να τους καταδικάζει; Και έστω οτι οι οικουμενιστές είναι άκριτοι αιρετικοί. Αφού τους καταδίκασε η Εκκλησία των Ρώσων της Διασποράς και η Εκκλησία Γ.Ο.Χ Ελλάδος δεν κρίθηκαν επιτέλους;!
Κάτι άσχετο: Επειδή ασχολείστε με τους Κυπρανίτες μήπως θα έπρεπε να γράψετε ενα κειμενάκι για το λεξιλόγιο που χρησιμοποιούν στα κείμενά τους; Κάτι βλακώδης εκφράσεις τύπου "κύπος του Ηγαπημένου", "Θεοχαρίτωτος", "Χριστοπόθητος" κλπ κλπ δεν νομίζω οτι χαρακτηρίζουν σοβαρούς ανθρώπους...Ειδικά αυτός ο "Αναπληρωτής" χρησιμοποιεί αυτές τις γλυκανάλατες εκφράσεις...
Ευχαριστώ για τη δημοσίευση
Αγαπητέ Νεκτάριε! Ο πρόσφατος διάλογος έφερε στην επιφάνεια τις αντιπατερικές θέσεις των "Ενισταμένων" τις οποίες έχουν αναρτήσει στην ιστοσελίδα τους και για τις οποίες δεν δέχονται την παραμικρή κριτική. Κι όχι μόνο δεν τις συζητούν (αλάθητο-βατικάνεια λογική) αλλά φυγομαχούν και κρύβονται πίσω από μιά στείρα άρνηση για κάθε συζήτηση. Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα στα δημοσιευμένα κείμενα του διαλόγου.Όταν έφτασαν οι δυό πλευρές στο σημείο να συζητήσουν τις θεολογικές διαφορές οι αγαπητοί κυπριανίτες διάλεξαν το "στρίβειν δια του αρραβώνος".Ζήτησαν να σταματήσει η συζήτηση και να γίνει μια ωραιώτατη οικουμενιστική ένωση με τις δογματικές διαφορές απείραχτες. Τα ίδια πιστεύει και θέλει να κάνει κι ομοϊδεάτης τους κ. Βαρθολομαίος με τον Πάπα.
Αυτό που συμβαίνει με τους Κυπριανίτες θα μπορούσε να ονομαστεί θεολογικός χαμαιλεοντισμός. Οι θεολογικές τους θέσεις δεν είναι ποτέ ξακάθαρες. Διατυπώνονται με έννοιες και εκφράσεις διφορούμενες.Λ.χ.Διακηρύσουν άλλοτε ότι είναι μιά κοινότητα αντιοικουμενιστών κι άλλοτε ότι είναι Ορθόδοξη Εκκλησία που δίνει τόμους αυτοκεφαλίας στους βουλγάρους.Που σχηματίζει με χειροτονίες άλλες Συνόδους άλλων κρατών (βλ.Ρουμανία, Ρώσοι του Μητροπολίτου Αγαθαγγέλου).Είναι οι μοναδικοί στον χώρο του παλαιού που πιστεύουν ότι οι αιρετικοί είναι άρρωστα μέλη της Εκκλησίας του Χριστού. Θεωρούν για παράδειγμα ότι ο Οικουμενιστής Πατριάρχης της Κωνσταντινουπόλεως, είναι μέλος της Εκκλησίας του Χριστού κι ας είναι αιρετικός. Ξεχνάνε όμως ή εσκεμμένα αποσιωπούν ότι ουδέποτε οι αιρετικοί μετά την διακήρυξη της αιρέσεως τους δημόσια και συστηματικά ούτε ήταν πιά μέλη της Εκκλησίας ούτε οι Άγιοι Πατέρες τους θεωρούσαν ως μέλη ανεξάρτητα αν είχαν δικαστεί ή όχι.
Διακηρύσσουν οι Κυπριανίτες ότι η Εκκλησία του Χριστού είναι χωρισμένη στα δύο, στους ορθοδόξους που αντιστέκονται στην αίρεση και στους αιρετικούς οικουμενιστές που όχι μόνο δεν αντιστέκονται, την διακηρύσσουν με περισσότερη αυθάδεια και πολεμούν τους πραγματικούς ορθόδοξους. Αυτό το συνοθύλευμα πιστεύουν ότι είναι η Εκκλησία του Χριστού. Η οποία κατά τους Αγίους Πατέρες είναι αδιαίρετη και δεν επιτρέπει να έχει στους κόλπους της ανθρώπους που δεν φέρουν την ορθόδοξη ομολογία (δηλαδή αιερτικούς).Που δεν έχουν την Πίστη των Αγίων Αποστόλων και των διαδόχων τους Αγίων Πατέρων. Με λίγα λόγια οι Κυπριανίτες δεν έχουν ορθόδοξες θέσεις."Πάσχουν περί την Πίστην"( δική τους η έκφραση). Γι'αυτό και στο εξωτερικό κι όχι μόνο εκεί, θεωρούνται οικουμενιστές ή κρυπτοοικουμενιστές και σε τελική ανάλυση αιρετικοί!Άλλωστε και οι ίδιοι ομολογούν ότι βρίσκονται στην ίδια "Εκκλησία" με τους "αρρώστους" οικουμενιστές μόνο που δεν τους μνημονεύουν στις ιερές ακολουθίες!!
Δημοσίευση σχολίου