Το πρώτο επίσημο εκκλησιολογικό κείμενο της Εκκλησίας Γ.Ο.Χ. Ελλάδος, ήταν η Ομολογία του 1935 καθώς και το Διάγγελμα του ιδίου έτους από τους τρεις Αρχιερείς: Δημητριάδος Γερμανός, πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος καί Ζακύνθου Χρυσόστομος.
.
Ακολούθησε η Εγκύκλιος του 1950, η οποία αποτελεί την τελευταία Συνοδική Εγκύκλιο των πρώτων Αρχιερέων, στην οποία Συνοδικώς επικυρώνεται η δια του Αγίου Μύρου επανένταξης των νεοημερολογιτών αδελφών στις τάξεις της Γνήσιας Ορθοδόξου Εκκλησίας.
.
Επ' ευκαιρία δε του διαλόγου μεταξύ της Εκκλησίας των Γ.Ο.Χ. και της Ορθοδόξου Κοινότητος των Ενισταμένων του πατρώου Ημερολογίου, η Συντακτική Ομάδα του Εκκλησιαστικού, προέβη στην αποστολή της κάτωθι Επιστολής.
_____________________Επιστολή προς Ενισταμένους
Αθήνα 1/14-07-09
Θεοφιλέστατοι Πατέρες,
Επ’ ευκαιρία του διαλόγου μεταξύ της Ορθοδόξου Κοινότητος των Ενισταμένων και της Εκκλησίας Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών Ελλάδος, και μετά τη λήξη αυτού, «Ο Εκκλησιαστικός» (www.ekklisiastikos.com) ασχολήθηκε επισταμένως με τα εκκλησιολογικά κείμενα και ανακοινώσεις αμφοτέρων των μερών, προς καλυτέρα κατανόηση των διαμειφθέντων. Από τη μελέτη δε αυτών προκλήθηκε μία σειρά ερωτημάτων, όπως παρατίθενται κάτωθι, κατανεμημένα σε τρείς ενότητες.
1. Εκκλησιολογικές παρατηρήσεις
.
Στην εισαγωγή της ανακοινώσεως σας, με τον τίτλο «Έληξεν ο Ανεπίσημος Διάλογος», αφιερώνονται οι τέσσερις πρώτες παράγραφοι για να προσδιοριστεί, αρχικά ποιοί δεν είναι (αντι-οικουμενιστές) και δι’ αυτού τελικά ποιοί είναι οι Ενιστάμενοι. Γράφει ο Συντάκτης της ανακοινώσεως: «Οι ορθόδοξοι ενιστάμενοι ως και άπαντες οι Αντιοικουμενισταί του πατρίου εορτολογίου, δύνανται κατ’ ακρίβειαν θεολογικήν(;) να χαρακτηρίζωνται και ως Ορθόδοξος Εκκλησία, εφ’ όσον οι επίσκοποι ενσαρκώνουν και εκφράζουν εν τόπω και χρόνω την Καθολικήν, δηλαδή όλην την Εκκλησίαν». Έτσι προκύπτουν τα κάτωθι ερωτήματα:
Στην εισαγωγή της ανακοινώσεως σας, με τον τίτλο «Έληξεν ο Ανεπίσημος Διάλογος», αφιερώνονται οι τέσσερις πρώτες παράγραφοι για να προσδιοριστεί, αρχικά ποιοί δεν είναι (αντι-οικουμενιστές) και δι’ αυτού τελικά ποιοί είναι οι Ενιστάμενοι. Γράφει ο Συντάκτης της ανακοινώσεως: «Οι ορθόδοξοι ενιστάμενοι ως και άπαντες οι Αντιοικουμενισταί του πατρίου εορτολογίου, δύνανται κατ’ ακρίβειαν θεολογικήν(;) να χαρακτηρίζωνται και ως Ορθόδοξος Εκκλησία, εφ’ όσον οι επίσκοποι ενσαρκώνουν και εκφράζουν εν τόπω και χρόνω την Καθολικήν, δηλαδή όλην την Εκκλησίαν». Έτσι προκύπτουν τα κάτωθι ερωτήματα:
α) Τελικά τι ακριβώς είναι οι Ενιστάμενοι; Είναι κοινότητα; (Α.α.β.) Είναι Εκκλησία; (Α.γ.). Είναι κοινότητα και δευτερογενώς και Εκκλησία;
β) Πώς εκλαμβάνει ο Συντάκτης της Ανακοινώσεως, τα «όρια» της Εκκλησίας; Είναι δυνατόν να υπάρχουν «ορθόδοξες κοινότητες» έξω από τα όρια της Εκκλησίας, χωρίς να χαρακτηρίζονται σχισματικές; (Α.δ.) Επιδέχεται το καθ’όλον μερισμόν; Δύνανται καθένα ή και στο σύνολο τους τα υφιστάμενα υπό μορφήν Συνόδου «προσωρινά διοικητικά σχήματα», τα οποία διαθέτουν επισκόπους οι οποίοι δεν έχουν μεταξύ τους εκκλησιαστική κοινωνία, να εκφράζουν την Καθολική Ορθόδοξο εν Ελλάδι Εκκλησία του Χριστού; Δυνάμεθα να συμπεράνουμε ότι, διάφορες κοινόνητες και ομάδες συμμετέχουν στο Σώμα της Εκκλησίας, λόγω του απλού γεγονότος ότι καταδικάζουν τον οικουμενισμό, χωρίς αναφορά σε διαφορές πίστεως και σε θέματα κανονικότητος; Δεν είναι η Εκκλησία του Χριστού Μία, Αδιαίρετη, και Καθολική όπως οι Πατέρες μας εδίδαξαν τόσους αιώνες;
γ) Η Ανακοίνωση οδηγεί τον αναγνώστη να συμπεράνει ότι όλα τα κύρια σχίσματα, που αφετηρία τους είχαν την Εκκλησίαν Γ.Ο.Χ. Ελλάδος και εν τέλει απεκόπησαν από αυτήν (1937, 1984, 1995), τα οποία κρατούν το παλαιό εορτολόγιο στη Λατρεία τους και είναι εναντίον του Οικουμενισμού, συναποτελούν μαζί την Κανονική Ορθόδοξο Εκκλησία εν Ελλάδι. Δεν μας παραπέμπει όμως ο ισχυρισμός αυτός στην οικουμενιστική «θεωρία των κλάδων» ή στη «θεολογία της αοράτου ενότητος», και, σε τελική ανάλυση, σε ένα είδος οικουμενισμού;
2. Ιστορικές – Κανονικές παρατηρήσεις
α) Ο Συντάκτης της ανακοινώσεως χαρακτηρίζει, το σχίσμα του 1984, ως μια «διάσταση» και «διαίρεση» αλλά «όχι ένα ουσιαστικό σχίσμα» (Α.δ.). Έστω και έτσι, καλώς έγινε; Ποία η διαφορά «ουσιαστικού σχίσματος» και «διαιρέσεως»; Υπάρχει στην Ορθόδοξη Παράδοση τέτοια διάκριση των σχισμάτων σε ουσιαστικού και απλού είδους; * Καιπως συμβιβάζεται τέτοια διάκριση με την πατερική έννοια της Εκκλησίας; Άρα δεν ευσταθεί η πατερική διάγνωση ότι το κακώς διηρημένον και διαμένον, εις αίρεσιν μεταγίνεται; Τέλος, αν η σημερινή κατάσταση δύναται να θεωρηθεί ως «απλή» διάσταση και όχι σχίσμα, διατί δεν υπόκεινται οι Ενιστάμενοι στις συνοδικές και κανονικές αποφάσεις της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας Γ.Ο.Χ. Ελλάδος; Η ύπαρξη «Ιεράς Συνόδου Ενισταμένων» ως ιδιαίτερο, παράλληλο και εναλλακτικό συνοδικό σχήμα δεν αντιστρατεύεται αυτή την έννοια της συνοδικότητας, προσκρούοντας και στο δόγμα της καθολικότητας της Εκκλησίας;
β) Το 1969 ο ιερομόναχος τότε Κυπριανός, σύμφωνα με το βιογραφικό του, «Προσεχώρησε με την υπ’ αυτόν Αδελφότητα εις την Ακαινοτόμητον Ορθόδοξον Εκκλησίαν του Πατρίου Ημερολογίου την 3/16ην Ιανουαρίου 1969». Τελικώς προσχώρησε στην Εκκλησία όπως αναφέρεται στο βιογραφικό του ή σε ένα προσωρινό διοικητικό σχήμα, υπό μορφήν Συνόδου;
γ) Έχοντας ως δεδομένο ότι: 1) η Εκκλησία Γ.Ο.Χ. Ελλάδος ό,τι πίστευε και το 1935 και το 1969 και το 1979 και το 1984, εξακολουθεί να πιστεύει και τώρα, 2) ο κανόνας που επιτρέπει την διακοπή κοινωνίας για λόγους αιρέσεως, είναι ο 15ος της Πρωτοδευτέρας Συνόδου και 3) κατά το πατερικό αξίωμα «ορθοδοξούσης της Εκκλησίας, αλόγως ταύτης διϊστανται οι κεχωρισμένοι», προκύπτει το ερώτημα: Ποια ήταν η κατεγνωσμένη αίρεση, που απαίτησε την επίκληση του 15ου κανόνος της Πρωτοδευτέρας και καθιστούσε την αποτείχιση του Επισκόπου Κυπριανού από την προϊσταμένη του αρχή και τη δημιουργία της κοινότητος των «ενισταμένων» δια νέων χειροτονιών, ως «πράξη επιβεβλημένη» (στ.2) ;
.
δ) Μπορεί κάποιος να ισχυρισθεί ότι από το 1969 μέχρι το 1984 δεν γνώριζε την εκκλησιολογία της Εκκλησίας Γ.Ο.Χ. Ελλάδος στην οποία προσχώρησε και έλαβε επισκοπική χειροτονία; Αν είχε διαφορετική εκκλησιολογική τοποθέτιση, τότε γιατί προσχώρησε αλλά και χειροτονήθηκε, σιωπώντας από το 1969 μέχρι το 1984; (Εγκύκλιος 1974, Βάπτιση και εξ’ υπαρχής χειροτονία του Σαρδηνίας Ιωάννη).
δ) Μπορεί κάποιος να ισχυρισθεί ότι από το 1969 μέχρι το 1984 δεν γνώριζε την εκκλησιολογία της Εκκλησίας Γ.Ο.Χ. Ελλάδος στην οποία προσχώρησε και έλαβε επισκοπική χειροτονία; Αν είχε διαφορετική εκκλησιολογική τοποθέτιση, τότε γιατί προσχώρησε αλλά και χειροτονήθηκε, σιωπώντας από το 1969 μέχρι το 1984; (Εγκύκλιος 1974, Βάπτιση και εξ’ υπαρχής χειροτονία του Σαρδηνίας Ιωάννη).
.
3. Παρατηρήσεις επί των «10 σημείων»
Ως προς τα δέκα σημεία, που η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών Ελλάδος χαρακτήρισε ως σημαντικά θέματα πίστεως και άρα αδιαπραγμάτευτα, σημειώνουμε ακροθιγώς τις κάτωθι παρατηρήσεις:
.
α) Δηλώνει ο Συντάκτης ότι πρακτική της κοινότητος των Ενισταμένων, είναι να αποδέχεται τα μέλη του οικουμενισμού «ενίοτε» δια χρίσματος (στ.6) και ότι τηρείται «κατακριτική» στάση έναντι του αναβαπτισμού (στ.7), όπου εκλείπει ο ορθόδοξος τύπος, ένω «συνοδική αποφάσει», απαγορεύεται στους νεοημερολογίτες η συμμετοχή τους στη θεία Μετάληψη (στ.5). Πάλι, ενώ δέχεσθε την «αναμύρωση» ως μέσον αποδοχής των προσερχομένων από τον οικουμενισμό—πρακτική που προϋποθέτει ότι οι προσερχόμενοι βρίσκονται εκτός εκκλησίας—πως δεν δέχεσθε τον «αναβαπτισμό» όταν εκλείπει ο τύπος; Δεν υπάρχει σαφής αντίφαση;
Και παρ’ αυτά, ποια απόφαση, ποιας «Μεγάλης ή Οικουμενικής Συνόδου» επιτάσσει αυτή την ποιμαντική της «ενίοτε δια χρίσματος» αποδοχής και της κατακριτικής έναντι του αναβαπτισμού» στάσεως; Γιατί θα έπρεπε να περιμένουμε να γίνει Οικουμενική Σύνοδος η οποία να μας υποδείξει την ακριβέστερη πρακτική; Μήπως οφείλουμε να εφαρμόζουμε την ακρίβεια μέχρι κάποια Μεγάλη Σύνοδος να αποφανθεί περί της ασκήσεως οικονομίας; Άρα μήπως ισχύει το αντίθετο από αυτό που ισχυρίζεστε;
α) Δηλώνει ο Συντάκτης ότι πρακτική της κοινότητος των Ενισταμένων, είναι να αποδέχεται τα μέλη του οικουμενισμού «ενίοτε» δια χρίσματος (στ.6) και ότι τηρείται «κατακριτική» στάση έναντι του αναβαπτισμού (στ.7), όπου εκλείπει ο ορθόδοξος τύπος, ένω «συνοδική αποφάσει», απαγορεύεται στους νεοημερολογίτες η συμμετοχή τους στη θεία Μετάληψη (στ.5). Πάλι, ενώ δέχεσθε την «αναμύρωση» ως μέσον αποδοχής των προσερχομένων από τον οικουμενισμό—πρακτική που προϋποθέτει ότι οι προσερχόμενοι βρίσκονται εκτός εκκλησίας—πως δεν δέχεσθε τον «αναβαπτισμό» όταν εκλείπει ο τύπος; Δεν υπάρχει σαφής αντίφαση;
Και παρ’ αυτά, ποια απόφαση, ποιας «Μεγάλης ή Οικουμενικής Συνόδου» επιτάσσει αυτή την ποιμαντική της «ενίοτε δια χρίσματος» αποδοχής και της κατακριτικής έναντι του αναβαπτισμού» στάσεως; Γιατί θα έπρεπε να περιμένουμε να γίνει Οικουμενική Σύνοδος η οποία να μας υποδείξει την ακριβέστερη πρακτική; Μήπως οφείλουμε να εφαρμόζουμε την ακρίβεια μέχρι κάποια Μεγάλη Σύνοδος να αποφανθεί περί της ασκήσεως οικονομίας; Άρα μήπως ισχύει το αντίθετο από αυτό που ισχυρίζεστε;
.
β) Στην ανακοίνωση αλλά και γενικότερα στα κείμενα και τις πρακτικές των ενισταμένων, προβάλλεται η αναγκαιότητα συγκλήσεως Πανορθοδόξου Συνόδου η οποία θα επιλύσει όλα τα ανακύψαντα ζητήματα πίστεως. Το ερώτημα που προκύπτει από αυτή τη θέση των ενισταμένων είναι: Ποιοι θα συγκαλέσουν αυτή τη μέλλουσα Πανορθόδοξο Σύνοδο; Αναφέρεστε στους υποδίκους, κατά τους ιερούς κανόνες, οικουμενιστές πατριάρχες, αρχιεπισκόπους και επισκόπους των βυθισμένων στην παναίρεση του οικουμενισμού πάλαι ποτέ ορθοδόξων πατριαρχείων ή στα «προσωρινά διοικητικά σχήματα υπό μορφήν Συνόδων» ;
β) Στην ανακοίνωση αλλά και γενικότερα στα κείμενα και τις πρακτικές των ενισταμένων, προβάλλεται η αναγκαιότητα συγκλήσεως Πανορθοδόξου Συνόδου η οποία θα επιλύσει όλα τα ανακύψαντα ζητήματα πίστεως. Το ερώτημα που προκύπτει από αυτή τη θέση των ενισταμένων είναι: Ποιοι θα συγκαλέσουν αυτή τη μέλλουσα Πανορθόδοξο Σύνοδο; Αναφέρεστε στους υποδίκους, κατά τους ιερούς κανόνες, οικουμενιστές πατριάρχες, αρχιεπισκόπους και επισκόπους των βυθισμένων στην παναίρεση του οικουμενισμού πάλαι ποτέ ορθοδόξων πατριαρχείων ή στα «προσωρινά διοικητικά σχήματα υπό μορφήν Συνόδων» ;
.
γ) Εφ’ όσον «οι επίσκοποι ενσαρκώνουν και εκφράζουν εν τόπω και χρόνω την Καθολικήν, δηλαδή όλην την Εκκλησίαν» όπως υποστηρίζει και ο Συντάκτης, τί τους στερεί το δικαίωμα να καταδικάζουν την αίρεση και να προφυλάσσουν έτσι το ποίμνιο από τους βαρείς και λυμώδεις λύκους, δηλαδή τους αιρετικούς; Δεν είναι διάδοχοι του «χορού των Αποστόλων»(στ.10) οι σημερινοί Γνήσιοι Ορθόδοξοι Επίσκοποι; Τίνων διάδοχοι είναι; Κι αν Αυτοί δεν είναι διάδοχοι των Αγίων Αποστόλων, (όπως στην ανακοίνωσή σας ξεκάθαρα αμφισβητείται) τότε ποιοί είναι;
γ) Εφ’ όσον «οι επίσκοποι ενσαρκώνουν και εκφράζουν εν τόπω και χρόνω την Καθολικήν, δηλαδή όλην την Εκκλησίαν» όπως υποστηρίζει και ο Συντάκτης, τί τους στερεί το δικαίωμα να καταδικάζουν την αίρεση και να προφυλάσσουν έτσι το ποίμνιο από τους βαρείς και λυμώδεις λύκους, δηλαδή τους αιρετικούς; Δεν είναι διάδοχοι του «χορού των Αποστόλων»(στ.10) οι σημερινοί Γνήσιοι Ορθόδοξοι Επίσκοποι; Τίνων διάδοχοι είναι; Κι αν Αυτοί δεν είναι διάδοχοι των Αγίων Αποστόλων, (όπως στην ανακοίνωσή σας ξεκάθαρα αμφισβητείται) τότε ποιοί είναι;
.
Σεβαστοί Πατέρες, κλείνουμε την παρούσα επιστολή δηλώνοντάς σας πως επιθυμούμε την ενότητα των εν διαστάσει ευρισκομένων με την Ακαινοτόμητο Εκκλησία του Χριστού, αλλά με ταυτότητα πίστεως εις όσα οι Θεοφόροι Πατέρες μας, μας παρέδοσαν. Αυτές ακριβώς τις διαφορές, που σας χωρίζουν από την Εκκλησία Γ.Ο.Χ. Ελλάδος, δια της παρούσης επιστολής θα θέλαμε να μας διευκρινίσετε.
Μετά του προσήκοντος σεβασμού και της εν Χριστώ αγάπης,
Η συντακτική ομάδα του «Εκκλησιαστικού»
____________
Η συντακτική ομάδα του «Εκκλησιαστικού»
____________
* Αν και ο Μέγας Βασίλειος κάνει διάκριση μεταξύ της παρασυναγωγής και του σχίσματος, ο Δοσίθεος Ιεροσολύμων σημειώνει ότι η παρασυναγωγή είναι ένα είδος σχίσματος, που κακώς διαμένον διηρημένον, μεταγίνεται σε αίρεση.
** Ακανοίνωση Εκκλησίας Γ.Ο.Χ. Ελλάδος: http://www.ecclesiagoc.gr/pegasus/h005/pegint.dll?faq0011.peg|84
*** Ανακοίνωση Ενισταμένων: http://www.synodinresistance.org/pdfs/2009/05/31/20090531aElixenAnepisimos/20090531aElixenAnepisimos.pdf
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου