ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΔΙΑ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑΝ ΚΑΙ ΤΗΝ
ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΝ
Του Ζήση Τσιότρα, Θεολόγου-Παιδαγωγού
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
Έληξεν ο διάλογος μεταξύ της Εκκλησίας Γ.Ο.Χ Ελλάδος και της Συνόδου των Ενισταμένων, περί του Μητροπολίτου Φυλής κ. Κυπριανού.
Ο ανεπίσημος αυτός διάλογος διήρκησε ένα έτος και έφερε για πρώτη φορά σε επαφή τα δύο μέρη, σε επίπεδο αρχιερέων. Οι αρχιερατικές επιτροπές συναντήθηκαν επτά φορές κατά τη διάρκεια του έτους και συζήτησαν για να δουν τα κοινά η μη σημεία τα οποία μας ενώνουν η μας χωρίζουν αντίστοιχα και να ερευνήσουν αν θα μπορούσαν να ξεπεραστούν.
Οι συναντήσεις έγιναν σε κλίμα αλληλοσεβασμού και φιλίας κι αυτό γεννούσε καλές προσδοκίες για την επίλυση των διαφορών. Από την πλευρά της Εκκλησίας Γ.Ο.Χ Ελλάδος συντάχθηκε ένα κείμενο 10 σημείων ( απολύτως απαραίτητου για την διασάφηση της ταυτότητος των διαλεγομένων ) του οποίου η αποδοχή εκ μέρους των Αγιοκυπριανιτών θα αποτελούσε την απαραίτητη προϋπόθεση για την περαιτέρω πορεία του διαλόγου και την επίλυση των διαφορών.
Οι Ενιστάμενοι αφού συγκάλεσαν μια ευρύτερη Σύνοδο για την κρίση και τη μελέτη του κειμένου αυτού, με τη συμμετοχή αρχιερέων, κοινωνικών προς αυτούς εντός και εκτός Ελλάδος, ανακοίνωσαν προς την άλλη πλευρά ότι: Αποδέχονται τα έξι από τα δέκα σημεία μερικά δε από αυτά με επιφύλαξη. Για τα υπόλοιπα όμως τέσσερα δήλωσαν ότι είναι αδύνατον να τα αποδεχθούν. Ζήτησαν δε εκ μέρους της Εκκλησίας Γ.Ο.Χ Ελλάδος να δείξει γενναιοψυχία και να τα υπερβεί ώστε να ανοίξει ο δρόμος προς την ποθητήν ένωσιν.
Η Εκκλησία Γ.Ο.Χ Ελλάδος θεωρεί τα 10 αυτά σημεία ως αδιαπραγμάτευτα, η αποδοχή των οποίων είναι απαραίτητη δια την συνέχιση της προσεγγίσεως και την επίλυση του χρονίζοντος σχίσματος.
Οι Ενιστάμενοι θεωρούν αδύνατη την αποδοχή τεσσάρων εξ αυτών των σημείων. Έτσι ο διάλογος εκ των πραγμάτων οδηγήθηκε σε αδιέξοδο. Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας Γ.Ο.Χ Ελλάδος δια Αρχιεπισκοπικής επιστολής εκήρυξε την λήξη του διαλόγου, κρίνοντας ότι δεν είναι ώριμες οι συνθήκες προς το παρόν δια την επίλυσιν των διαφορών και την θεραπείαν των αντικανονικώς γενομένων χειροτονιών τους.
Ποια είναι όμως τα 10 αυτά σημεία; Ποια έγιναν ανεπιφύλακτα αποδεκτά; Ποια με επιφύλαξη; και για ποια στάθηκε αδύνατή η αποδοχή τους;
Α) Αποδεκτά σημεία.
1ον Να απευθύνονται και να αποδέχονται τον τίτλο Εκκλησία Γ.Ο.Χ Ελλάδος
3ον Η απερίφραστος καταδίκη του Οικουμενισμού.
4ον Η απόρριψη της θεωρήσεως του Νεοημερολογιτισμού «ως μητέρας Εκκλησίας»
5ον Η μη μετάδοση των μυστηρίων εις Νεοημερολογίτας.
8ον Ανάκλισιν της εκφράσεως «ασθενή μέλη της Εκκλησίας δια τους αιρετικούς»
Β) Αποδεκτά σημεία με επιφύλαξη.
2ον Η αποδοχή ότι η αποτείχιση του 1984, οι νέες χειροτονίες και η διαμόρφωση νέας συνόδου ήτο βεβιασμένη ενέργεια.
Γ) Μη αποδεκτά σημεία.
6ον Η εφαρμογή «της δια χρίσματος αποδοχής των προερχομένων εκ του νεοημερολογίτικου-Οικουμενισμού».
7ον «Την δια βαπτίσματος αποδοχήν όσον δεν φέρουν ουδέ τον τύπον του Ορθοδόξου Βαπτίσματος».
9ον «Η παραδοχή του κύρους της καταδίκης του Οικουμενισμού από την Ρωσικήν Εκκλησία της Διασποράς (ΡΟΕΔ) και από την Εκκλησίαν Γ.Ο.Χ Ελλάδος.
10ον Η παραδοχή «ότι οι αρμόδιοι δια την καταδίκην των αιρετικών ήσαν πάντοτε οι παραμένοντες εις την Ορθοδοξίαν επίσκοποι ασχέτως του αριθμού των η της συμπεριλήψεως Πατριαρχών μεταξύ αυτών. Οι Γ.Ο.Χ επίσκοποι έχουν σήμερα το δικαίωμα της καταδίκης του Οικουμενισμού και πάσης αιρέσεως.
Αυτά είναι εν συντομία τα δέκα σημεία και αυτή είναι σε γενικές γραμμές η πορεία και η κατάληξις του διαλόγου.
Κρίσεις –Συμπεράσματα.
Εξετάζοντες εμβριθώς, αλλά συντόμως τα ανωτέρω, προκύπτουν αβίαστα τα κάτωθι συμπεράσματα.
Αρνούμενοι οι Ενιστάμενοι να αποδεχθούν τα τέσσερα προαναφερθέντα σημεία, ιδιαιτέρως δε το 10ο και τελευταίο, απορρίπτουν εμμέσως αυτά που πριν αποδέχθηκαν και ιδιαιτέρως τα σημεία 1ον και 4ον . Αναφέρουν μάλιστα χαρακτηριστικά σχολιάζοντας το 10ο σημείο. «Η καταδίκη και το ανάθεμα των Οικουμενιστών δεν είναι έργο ούτε των επιμέρους πιστών, ούτε εκείνων των Εκκλησιαστικών Διοικητικών Οργανισμών, των εχόντων προσωρινήν μορφήν Συνοδικών Σωμάτων».
Θεωρούν, δηλαδή, οι Ενιστάμενοι ότι καμία από τις Συνόδους των αντιοικουμενιστών του Πατρίου Εορτολογίου δεν συνιστούν σώμα της Καθολικής Εκκλησίας του Χριστού, αλλά απλούς Εκκλησιαστικούς Διοικητικούς Οργανισμούς προσωρινού χαρακτήρος. Πιστεύουν π.χ. ότι η Εκκλησία Γ.Ο.Χ Ελλάδος, η Ρωσική Ορθόδοξος Εκκλησία της Διασποράς και οι ίδιοι οι Ενιστάμενοι δεν αποτελούν Εκκλησία, αλλά απλούς Εκκλησιαστικούς Διοικητικούς Οργανισμούς.
Τι είναι όμως αυτός ο Εκκλησιαστικός Διοικητικός Οργανισμός προσωρινού χαρακτήρος και τι σχέση έχει με την Ορθόδοξο Καθολική Εκκλησία .Ο όρος αυτός προκαλεί προβληματισμό και αμηχανία, διότι δεν μπορεί κανείς να κατανοήσει τι ακριβώς σημαίνει, αφού είναι όπως γίνεται φανερό ένας νεολογισμός. Μια καινούρια ορολογία άγνωστη στην Ορθόδοξη Εκκλησιολογία. Τέτοιους νέους όρους και νεολογισμούς εισήγαγαν συνήθως άνθρωποι που προσπαθούσαν να πουν κάτι παραπέρα από αυτά που έχει θεσμοθετήσει η Εκκλησία στο πέρασμα των αιώνων δια των αγίων πατέρων μας. Έτσι τίθενται αναπόφευκτα τα ερωτήματα.
Ποια είναι η ιστορική Εκκλησία του Χριστού κατά τους Ενισταμένους; Υφίσταται σήμερα η όχι;
Έχει το δικαίωμα αν υφίσταται να αυτοπροστατεύται, να ανακαθαίρεται και να αποκόπτει τα σεσηπότα; Με άλλα λόγια μπορεί να καθαιρεί και αποσκορακίζει τους ψευδοποιμένες;
Αφήνεται η εντύπωση ότι οι Ενιστάμενοι έχουν σοβαρό πρόβλημα εκκλησιολογικής ταυτότητος και αυτοσυνειδησίας και γι’ αυτό αφιερώνουν τις τέσσερις πρώτες παραγράφους από το έγγραφό τους «Έληξεν ο Ανεπίσημος Διάλογος», για να προσδιορίσουν το ποιοι είναι. Δεν πιστεύουν ότι οι ίδιοι αποτελούν και εκφράζουν την Καθολική Εκκλησία; Η προσεγγίζουν το θέμα με διαφορότροπη έννοια;
Στην Ενημερωτική εισαγωγή τους, στη β΄ παράγραφο αναφέρουν χαρακτηριστικά. «Η Ορθόδοξος Κοινότης (προσέξτε τον όρο Κοινότης αντί του όρου Εκκλησία) είναι βεβαίως εκκλησιαστική, διότι έχει κοινωνία με τη ΡΟΕΔ (Ρωσική Εκκλησία της Διασποράς η οποία είναι «αναγνωρισμένη υφ’ απάντων».
Δηλαδή, οι Ενιστάμενοι δεν προσδιορίζουν τον εαυτό τους ως Εκκλησία, αλλά ως εκκλησιαστική Κοινότητα κι αυτό διότι είναι αναγνωρισμένη από τη ΡΟΕΔ η οποία είναι αναγνωρισμένη από τους λοιπούς «Ορθοδόξους» Οικουμενιστάς η οποία είναι αναγνωρισμένη από τους λοιπούς «Ορθοδόξους» Οικουμενιστάς.
Δηλαδή, λαμβάνουν υπόσταση του χαρακτήρος έστω αυτού της Εκκλησιαστικής Κοινότητος τους, διότι εμμέσως την αναγνωρίζουν ως τέτοια οι αιρετικοί Οικουμενιστές της Παγκοσμίου «Ορθοδοξίας». Βλέπουν δε όπως είναι ευνόητο με τον ίδιο τρόπο και όλους τους Γ.Ο.Χ. γι’ αυτό και προτιμούν να τους αποκαλούν ως Αντι-οικουμενιστές του Πατρίου Εορτολογίου, παρά Γνησίους Ορθοδόξους Χριστιανούς, γιατί πιθανόν οι Νεοημερολογίτες ενοχλούνται με τον προσδιορισμό Γνήσιοι Ορθόδοξοι.
Δικαιολογημένα, λοιπόν, οι Ενιστάμενοι χαρακτηρίζονται από τη Σύνοδο του Βιταλίου ως κρυπτοοικουμενιστές οι οποίοι παρ’ όλη την απουσία μυστηριακής κοινωνίας με τους Οικουμενιστές βρίσκονται εν τοις πράγμασι σε μια ολοκληρωτική ενότητα με την αιρετική παγκόσμια Ορθοδοξία. Επομένως το ανάθεμα του 1983 της ΡΟΕΔ, συμπεριλαμβάνει και αυτούς.
"Η σύνοδος του μητρ. Κυπριανού, παρά την απουσία μυστηριακής κοινωνίας, (με τους Οικουμενιστές) βρίσκεται εν τοις πράγμασι σε μία ολοκληρωτική "υγιή ασθενή"[1] ενότητα με την αιρετική παγκόσμια "ορθοδοξία". Αυτός ο "ορθόδοξος" κρυπτο-οικουμενισμός, για να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους, ακόμη και ως ανοιχτός οικουμενισμός, υπάγεται στο ανάθεμα του 1983 εναντίον της αιρέσεως του Οικουμενισμού, το οποίο εκφράστηκε από την Σύνοδο των Ρώσων Επισκόπων υπό την προεδρεία του τρίτου Πρωθιεράρχου της Εκκλησίας της Διασποράς, Μητροπολίτου Φιλαρέτου. Το ανάθεμα αυτό επαναβεβαιώθηκε με συνέπεια από την Σύνοδο των Ρώσων επισκόπων το 1998: "ωσαύτως τοις κοινωνούσιν εν γνώσει τοις προμνημονευθείσιν αιρετικοίς η συνηγορούσι, διαδίδουσι, η υπεραμυνομένοις της καινοφανούς αυτών αιρέσεως του οικουμενισμού εν προσχήματι αδελφικής αγάπης, η υποτιθεμένης ενώσεως των διαχωρισθέντων Χριστιανών, ΑΝΑΘΕΜΑ
(In this fashion Metropolitan Cyprian's doctrine, being the fundamental position of the Synod of Resistors, contradicts the patristic traditions of the Church. He declares that he is not in communion with heretical ecumenist churches. Meanwhile, however, he and his Synod fail to sever themselves from these churches spiritually, considering themselves to be the ''healthy'' of the one Church at the same time as the heretical, ecumenist and new calendarist churches are the ''ailing'' part.
Η καταδίκη της εκκλησιολογίας των λεγομένων ενισταμένων έγινε δύο φορές από την Σύνοδο του Μητροπολίτου Βιταλίου, τόσο με την απόφαση 15/01/Μ, της 16/29 Δεκεμβρίου 2001 όσο και με την απόφαση 7/01/Μ της 26ης Οκτωβρίου/8ης Νοεμβρίου, 2001, την οποία υπογράφουν ο Μητροπολίτης Βιτάλιος, ο Αρχιεπίσκοπος Βαρνάβας, ο επίσκοπος Σέργιος, ο επίσκοπος Βλαδίμηρος, ο επίσκοπος Βαρθολομαίος και μία σειρά από πρωτοπρεσβυτέρους, ιερείς, και μοναχούς, στην Σκήτη της Μεταμορφώσεως στο Mansonville του Καναδά. ( Βλέπε: Άγιοι Κολλυβάδες, Άνοιξη του 2009)
ενιστάμενοι σε υγιή και ασθενή μέλη της
εκκλησίας. Θεωρούν δηλ. τους αιρετικούς ως
ασθενή μέλη της εκκλησίας! Γι αυτό, ακριβώς,
τους καταδικάζουν και οι Ρώσοι της Διασποράς.
τους καταδικάζουν και οι Ρώσοι της Διασποράς.
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου